Το "μπλογκομπαλάκι" για το παρακάτω κείμενο, μου πέταξη η Rallou και άρχισα να σκέπτομαι και να γράφω.
Και ποιός θα επικρατήσει? Και γιατί να είναι εναντίον?
Δεν μπορεί να είναι ο ίδιος? Λέω, η μικρή ανόητη εγώ, τώρα.
Γιατί να είναι διαφορετικός? Που να κουραζόμαστε, «δύο σε ένα», απευθείας. Μία συσκευασία που να τα περιέχει όλα.
Διότι εγώ, κυρίες και κύριοι, όταν προσπαθούσαν να με κοιμίσουν, παιδίσκη ούσα, μου διάβαζαν τα κατορθώματα του Πρίγκιπα της Πριγκίπισσας Αυγής, αυτού της Χιονάτης, και του άλλου της Σταχτοπούτας. Τι περιμένεις μετά από αυτό, όταν η καρδούλα χτυπήσει?
ΤΟΝ περιμένεις πάνω σε άσπρο άλογο !!! Ναι, άσπρο παρακαλώ. Με καλογυαλισμένα πέταλα, αστραφτερή σέλα και μια χαίτη δεμένη κοτσίδα (το άλογο καλέ, όχι ο Πρίγκηψ!).
Ο Πρίγκηψ, να έχει την βασιλική ανατροφή και τα προτερήματα που αρμόζουν στην «κορμοστασιά» του.
Ασε, το παρουσιαστικό. Μα, δεν φταίω εγώ. Οι εικονογραφήσεις φταίνε. Να, κάτι παίδαροι, ξανθοί, ευθυτενείς πάνω στ’ άλογα με τρόπους καλύτερους από αυτούς των συμμαθητών μας και των φίλων στην πλατεία !!!.
Μεγαλώνοντας στο Γυμνάσιο, μαθαίνεις άλλα παραμύθια. Πως θα έχει και ελαττώματα. Ε, καλά, ας τα έφερνε κι αυτά μαζί. Αντε, καλοδεχούμενα. Κι εμείς είμαστε κορίτσια του Παρθεναγωγείου, αλλά, όλο και κάτι «μίζερο» κουβαλούσαμε.
Για να συγκεντρωθούμε και να επιστρέψουμε στην πεζή πραγματικότητα, διότι την τελευταία φορά που είδα αναβάτη ήταν αυτός της φρουράς στο Τορόντο ! και πάλι τυχερή ήμουν! Ηταν τα Χριστούγεννα του 2006. θα μπορούσα να είχα μείνει με την ανάμνηση από παρέλαση το 74 (? ) Στην Πανεπιστημίου.
Διότι όποια τον είδε να έρχεται με άλογο, καλείται να μας το δηλώσει. ΤΩΡΑ.
Εκείνα τα χρόνια, ή με το folkswagen, του μπαμπά ερχόταν, στην καλύτερη περίπτωση, ή με το ποδήλατό του, ή πεζός. Μην λέμε κι ότι θέλουμε! Τουλάχιστον, όσο θυμάμαι……
Αργότερα….ε, κάτι καλύτερο άρχισε να γίνεται. Ανεβήκαμε σε κυβισμό. Ηταν και δικά τους. Αλογο δεν είδαμε ποτέ. Ματαίως θα περιμένουμε νομίζω……..
Κάθε σχέση, είναι ο κύριος Τέλειος. Σε κάθε σχέση έρχεται ο Πρίγκηψ, ενδεδυμένος την περιβολή του κυρίου Τέλειου. Ετσι όπως τον ονειρεύεται η κάθε μία. Ερχεται με τα λουλούδια του, τα σημειωματάκια του, τα κλεφτά φιλιά και τα ξενύχτια (για να τον σκέπτεσαι). Με ότι φέρει στην αγκαλιά. Και σε όποια ηλικία κι αν ελθει. Αν είσαι 3, 13 ή 23 ή 43 ή 103, «η καρδούλα» το ίδιο χτυπά. Νομίζω. ΄
Οποια κυρία 93, έχει αντίρρηση να μας το πει. Διότι είναι η πιο κατάλληλη να το πει.
Ερχεται με χτυποκάρδι και φεύγει με τον ίδιο ήχο. Τι παράξενο………
Ενδιάμεσα έχει αναμφίβολα φύγει ο μανδύας και το σπαθί και έρχεται το σακάκι, η business τσαντούλα, το σακίδιο, ή η βαλιτσούλα με το τζηνάκι.
Δεν είναι πάντα όλα ρόδινα……..ποτέ δεν θα είναι. Αυτό το ξέραμε από παλιά. Το ξέραμε από τις γιαγιάδες, τις μανάδες και τις θείες. Τις νουνές, τις φιλενάδες. Το ξέραμε όταν τον πρωτοβλέπαμε και κάναμε όνειρα.
Θα εξακολουθώ να επιμένω. Είναι ένας και ο αυτός. Ο Ενας που συναντήσαμε και μας συνάντησε, ο ένας που διασταυρωθήκαμε και πέρασε, ο ένας που στάθηκε δίπλα μας, όσο στάθηκε, ο ένας που ζήσαμε ή ζούμε μαζί του, αυτός που αγαπάμε, που συνηθίσαμε, που μας αρέσει, αυτός που μας αγαπά, μας προφυλάσσει, στέκεται στο πλάι μας, έχει καθαρό μυαλό και μας συμπαραστέκεται.
Ο Ενας, Μοναδικός και Αναντικατάστατος, δικός μας (έχουμε και αυτό της "κτήτωρος"), αυτός που έχει άσβεστη την φωτιά για μας και που φτάνει μια ματιά του για να λειώσουμε. Ο κύριος Τέλειος, ο πρίγκιπάς μας.
Αφιερωμένο εξαιρετικά στον Πέτρο, που σήμερα εορτάζει. Χρόνια πολλά γλυκέ μου.
Παρασκευή 29 Ιουνίου 2007
....μαμμούλες....... μέρος 2ο
.... η συνέχεια που σας χρώσταγα.....
Αν, λέμε αν, τολμήσεις να ρωτήσεις κάτι , σε άσχετη ώρα γι’ αυτές, θα βρεθείς απέναντι στο «τώρα βλέπω έργο, ότι ώρα θέλετε, ό,τι θυμάστε» !!!, ενώ θα πρέπει εν τω μεταξύ να ζητήσεις ταπεινά συγνώμη που έχεις διακόψει.
Διότι το μότο «δεν βλέπω τηλεόραση εγώ», είναι καραμέλα αλλά μπες σπίτι την ώρα που κρυπτο-παρακολουθούν μετ’ εμβριθείας μέρος του αγαπημένου τους έργου και πες «καλησπέρα». Μπήκες δεν μπήκες ένα και το αυτό. Οι αισθήσεις κολλημένες στο γυαλί. Αν τολμήσεις ερώτηση τύπου «καλά όλα?» μετά την τρίτη φορά, μπορεί να τύχεις ενός «στο διάλλειμα» και πολύ σου είναι.
Αν εν τω μεταξύ εσύ, έχεις αποσυρθεί στα ιδιαίτερά σου, και τελειώσει το έργο, έρχεται και σε διακόπτει χωρίς δεύτερη συζήτηση, ή σε ξυπνά, ή στήνει αυτί στο τηλεφώνημα που κάνεις. Αφού ακούσει δε, όλη την συζήτηση, ενημερωθεί και απαντήσει ενδιαμέσως, ρωτά «ποιος ήταν?» Ακαδημαϊκώς!
Δεν ξέρεις να μαγειρεύεις, είσαι άχρηστος στο να πλύνεις πιάτα, ξοδεύεις πολύ νερό, ομοίως και σαπούνι πιάτων». Από το άλλο που πλένεσαι, μπορείς να ξοδέψεις όσο θέλεις. Αρκεί να το αγοράζεις μόνος. Απορρυπαντικό πλυντηρίου, ομοίως ξοδεύεις πολύ, άρα απαγορεύεται να πλένεις εσύ, μόνο αυτές ξέρουν. Αν ξεφύγεις και πλύνεις τίποτα στα γρήγορα, τότε "δεν ξέρεις να απλώνεις". Απλώνουμε με τάξη στην απλώστρα, πρώτα αυτά, μετά τα άλλα, δεν ξέρεις ούτε τι μανταλάκι να χρησιμοποιήσεις». Μόνο αυτές ξέρουν.
Διαβάζουν όλη την ημέρα τύπο (αν δεν παρακολουθούν τηλεόραση) και τις Κυριακές 4 εφημερίδες (όλη την εβδομάδα, ξεκοκκαλίζουν και από αυτό) και στην επόμενη συνάντηση είναι έτοιμες να σε «κατασπαράξουν» αν θελήσεις να αγοράσεις μετοχές που «δεν πάνε καλά», ενώ εσύ έχεις βάσιμες πληροφορίες μέσα από το Χρηματιστήριο. Οι πορτοκαλί σελίδες, δεν έδειξαν αυτό, άρα θα αγοράσεις το άλλο και ακολουθεί μία αναλυτική χρηματοοικονομική συζήτηση-μονόλογος και άντε να μην αγοράσεις αυτό που θα σου υποδείξουν.
Στον δικό τους κόσμο, δεν υπάρχει κούραση και «κοιμάμαι ότι ώρα θέλω». Ξυπνούν από τα άγρια χαράματα και θορυβωδώς ή αθόρυβα (σε σπάνιες περιπτώσεις) αρχίζουν να στριφογυρίζουν και να κάνουν δουλειές που μόνο αυτές ξέρουν.
Ότι ώρα νομίζουν αυτές ότι έχεις χορτάσει ύπνο, έρχονται έξω από την πόρτα σου και κάνουν φασαρία. Αν δεν μπούνε στο διπλανό διαμέρισμα που μένεις ……. με κλειδί, με ή χωρίς χτύπημα.
Αν ξυπνήσεις με μούτρα, ποιος σε γλυτώνει από την γκρίνια. Αν καθίσεις να πιείς τον καφέ σου, στην άκρη, θα βρούνε τρόπο να προσκολληθούν. Πρέπει δε να μάθεις όλα τα νέα που δεν σε αφορούν αλλά έχουν να σου πούνε, οπότε, δεν τις αφορά το αποτέλεσμα.
Το τι θέλουν να κάνουν μετρά. Αν έχεις απαντήσει με λιγότερες από 3 κουβέντες, λόγω μη ενδιαφέροντος, τότε αρχίζει η ανησυχία ότι κάτι έχεις «ορίστε, αν ήσουν στο γραφείο θα έδειχνες μεγαλύτερο ενδιαφέρον», «στους φίλους σου θα έδειχνες άλλη προθυμία» ή ότι «αδιαφορείς παντελώς για την οικογένεια».
Το ότι εσύ βρίσκεσαι σε «νιρβάνα» γιατί πέρασες καλά εχθές το βράδυ, πως σκέπτεσαι κάτι άλλο, ούτε που να τους περνά από το μυαλό.
Ως μόνιμη επωδός το «τι νέα εσύ», πρέπει να απαντηθεί με όλες τις λεπτομέρειες γιατί αν δεν απαντηθεί, αρχίζει άλλο ιερό μαρτύριο και αναστάτωση τις υπόλοιπες ώρες με έμπιστες θείες, κουμπάρες και φιλενάδες τύπου «κάτι έχει το παιδί» (αν το παιδί έχει κλείσει τα 50, δεν μας απασχολεί, παιδί είναι) «δεν έχει κέφι, κάτι συμβαίνει και δεν το λέει» «το βλέπω εγώ, είναι μέρες τώρα»………… και άλλα συναφή τα οποία δεν διαφέρουν πολύ από σπίτι σε σπίτι.
Αν τολμήσεις και γυρίσεις κουρασμένος από την δουλειά και πεις, «δεν θέλω να φάω» – πράγμα το οποίο απαγορεύεται ρητώς και κατηγορηματικώς, αλλά εσύ το παρέκαμψες - μαύρο φίδι που σε έφαγε. «και για ποιόν μαγειρεύω, εγώ, και γιατί παιδεύομαι».
Αν, λέμε αν μία φορά στις 1000 δεν θέλεις να φας «φασόλια», ε, ξεσπά ο τρίτος πελοποννησιακός πολεμος και άντε να τα βγάλεις πέρα.
Τι «αντί να λέτε δόξα σοι ο Θεός», «αντί να λέτε που υπάρχει φαγητό» «δεν έχετε περάσει Κατοχή εσείς» και άλλα πατριωτικά, θα περάσουν από την κεντρική σου αρτηρία, που θα σε κάνουν στο τέλος θα φας για να γλυτώσεις.
Τα ταξίδια…..α, τα ταξίδια. Φτάνει μία λέξη (εξωτική ή όχι) για να αρχίσει η αναπόληση και το «τότε που είχαμε πάει» «να μείνεις εκεί» και το κορυφαίο «με ποιόν θα πας δεν ακούσαμε???????????» Αφού δεν ειπώθηκε, πώς να το ακούσουν !!! ναι, αλλά πως θα έχουν σημείο αναφοράς την επόμενη το πρωί, με τις θείες, κουμπάρες και συναφή είδη……
Το «θέλω να πάω εκεί» πέφτει κεραυνός εν αιθρία την ώρα ακριβώς που κάνεις κάτι άλλο. Και δεν λένε, «θέλω να με πας εκεί» αλλά το ρίχνουν και περιμένει. Ως παραγάδι.
Το δε στυλ «αχ, πως έχω επιθυμήσει μία βόλτα στο Πασαλιμάνι», περικλείει πολλούς κινδύνους. Πρώτα από όλα, ρίχνουν άδεια να πιάσουν γεμάτα, πότε πήγες τελευταία φορά και δεν έχεις ενημερώσει το οικογενειακό αρχείο με λεπτομέρειες. Υστερα το «καλό θα ήταν να πηγαίναμε μία βόλτα» αλλά ακόμα και αν οδηγούν, αφήνουν στους άλλους την πρωτοβουλία.
Για τις δε διαδρομές, τις ειδικές διαδρομές έχουν πάσα καλύτερη άποψη από οποιονδήποτε άλλο. Από πού θα πας, από πού θα στρίψεις, γκάζι, φρένο, μα πως οδηγείς έτσι, βγάλε φλας, κλείσε το παράθυρο, γύρισε τον αέρα…………
Και μην τις βλέπετε που δεν μιλούν στο τηλέφωνο και το χρειάζονται μόνο όταν το πιάσει κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας. Εξασκούν την μασέλα και την γλώσσα που είναι σαφώς ακονισμένη, τις πρωϊνές ώρες που εσύ απαγορεύεται να θέλεις να πάρεις τηλέφωνο για οποιοδήποτε λόγο….
Αν δε τολμήσεις και πάρεις, το βρείς απασχολημένο και ξαναπάρεις παραπονούμενος……….. τότε θα εισπράξεις «ε, εγώ κλεισμένη εδώ μέσα να μην μιλήσω? Πιάνετε το τηλέφωνο με τις ώρες και μετά παραπονείστε». Ξεχνάς τι έχεις να ρωτήσεις και το αναβάλεις οπωσδήποτε.
Όταν ο κάματος τις έχει καταβάλει και δεν μπορούν να απασχοληθούν με το ακουστικό το απόγευμα, φταις εσύ, που τηλεφώνησες για 5 λεπτά σε συνάδελφο να ρωτήσεις μία λεπτομέρεια για την μελέτη που κάνεις. Τι διάολο το έχεις το κινητό, να μην σε παίρνει κανείς είδηση????
Α, το κινητό. Άλλο κεφάλαιο. Αν σε δουν με αυτό να περιφέρεσαι, αρχίζει η μουρμούρα «διαβόλου μηχανήματα» «το τάδε συνέδριο, απέδειξε ότι………..» «οι μετρήσεις και οι μελέτες……….» όλα τα ξέρουν. Όλα τα έχουν διαβάσει και δει.
Αν πάλι κάθεσαι ήσυχα-ήσυχα κάπου και μιλάς στο κινητό αρχίζει άλλη φιλοσοφία.
Απαντούν σε ότι λες, μέχρι να πάρουν είδηση ότι δεν μιλάς μαζί τους. Υστερα θα σε πούνε ακοινώνητο.
Αν σε δούνε πάνω από 5 λεπτά κολλημένο στο pc…… ε, αυτό πιά, δεν περιγράφετε. Ο καθ’ ένας έχει τις εμπειρίες του !!!!
Αλίμονο σου βεβαίως, όπως προείπα, να θέλεις εσύ να μιλήσεις στο σταθερό του σπιτιού. Κόβουν βόλτες τάχα μου, δήθεν, συμπληρώνουν τις κουβέντες σου, ως αετονύχηδες, ξέρουν που μιλάς και βγάζουν συμπεράσματα που μόνο εκείνες ξέρουν………μέχρι να βαρεθείς να μετράς κύκλους και να ρωτήσεις «θες κάτι?» .
Η απάντηση θα πέσει ως σπάθη στο τρυφερό λαιμουδάκι του βλαστού. «Θέλω να τηλεφωνήσω στην θεία Μαρία».
Για να μην πιάσω το πρωϊνό. Εκείνο που ή μένεις μαζί ή μένεις δίπλα, ξυπνά με τον γαλατά μαζί και αρχίζει να σε κυνηγά, μήπως δεν ήπιες γάλα, μήπως δεν έφτιαξες καφέ, «γιατί δεν πήρες νερό μαζί», «γιατί δεν παίρνεις λίγη τυρόπιτα, τόσες ώρες την ετοίμαζα», ενώ εσύ, σέρνεσαι από το κρεβάτι στο μπάνιο να ξυπνήσεις.
Ασε που εκείνο ακριβώς το χρονικό σημείο θυμάται τι δεν σου είπε εχθές και θέλει να το συμπληρώσει, μη τυχόν και μείνει κανείς χωρίς ενημέρωση γιατί ο θείος Ευστράτιος, βρήκε λίγες πέτρες στο νεφρό του……….. Αν γυρίσεις να την κοιτάξεις θα γελάσεις. Φοράει το νυχτικό, έχει πλυθεί όμως για να σου πει καλημέρα, στην καλύτερη περίπτωση έχει φορέσει και ότι ανταλλακτικό έχει, ακουστικό στο αυτί, μασέλα κλπ και είναι πανέτοιμη λες να έρθει μαζί σου.
Το ότι σε σταυρώνουν πίσω από την πόρτα δεν το λέμε. ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ παντα.
Αντε καλό δρόμο !
Αυτό μια μικρή αναφορά για το τι περνάνε όσοι μένουν μαζί ή έστω δίπλα ή απο πάνω, ή κάτω.
Δεν θα δω το θέμα απο την πλευρά των παντρεμένων παιδιών που δεν ζούνε μαζί, διότι εκεί μπαίνω σε "ξένα χωράφια". Προτρέπω κάποιον να το κάνει. Εμπειρίες έχετε όλοι.
Επίσης δεν θα γράψω τα "καλά" τους. Τα γνωρίζετε όλοι καλύτερα απο εμένα.
Το μόνο που μας μένει, είναι να υπομένουμε, να περιμένουμε και να ελπίζουμε.
Αγνωστο τι, γιατί αυτή η "φυλή" δεν νομίζω πως θα αλλάξει, στο ελάχιστο. Αλλωστε γι αυτό τις λατρεύουμε. Γιατί είναι αυτό που είναι.
Στο μεταξύ γελάμε μεταξύ μας, το λέμε και σε άλλους και μας λένε τα δικά τους και "παρηγοριόμαστε" και πάνω απο όλα ευχόμαστε να τις έχουμε «χιλιάδες» χρόνια κοντά μας.
μαμμούλα κι εγώ σ' αγαπώ !!
Αν, λέμε αν, τολμήσεις να ρωτήσεις κάτι , σε άσχετη ώρα γι’ αυτές, θα βρεθείς απέναντι στο «τώρα βλέπω έργο, ότι ώρα θέλετε, ό,τι θυμάστε» !!!, ενώ θα πρέπει εν τω μεταξύ να ζητήσεις ταπεινά συγνώμη που έχεις διακόψει.
Διότι το μότο «δεν βλέπω τηλεόραση εγώ», είναι καραμέλα αλλά μπες σπίτι την ώρα που κρυπτο-παρακολουθούν μετ’ εμβριθείας μέρος του αγαπημένου τους έργου και πες «καλησπέρα». Μπήκες δεν μπήκες ένα και το αυτό. Οι αισθήσεις κολλημένες στο γυαλί. Αν τολμήσεις ερώτηση τύπου «καλά όλα?» μετά την τρίτη φορά, μπορεί να τύχεις ενός «στο διάλλειμα» και πολύ σου είναι.
Αν εν τω μεταξύ εσύ, έχεις αποσυρθεί στα ιδιαίτερά σου, και τελειώσει το έργο, έρχεται και σε διακόπτει χωρίς δεύτερη συζήτηση, ή σε ξυπνά, ή στήνει αυτί στο τηλεφώνημα που κάνεις. Αφού ακούσει δε, όλη την συζήτηση, ενημερωθεί και απαντήσει ενδιαμέσως, ρωτά «ποιος ήταν?» Ακαδημαϊκώς!
Δεν ξέρεις να μαγειρεύεις, είσαι άχρηστος στο να πλύνεις πιάτα, ξοδεύεις πολύ νερό, ομοίως και σαπούνι πιάτων». Από το άλλο που πλένεσαι, μπορείς να ξοδέψεις όσο θέλεις. Αρκεί να το αγοράζεις μόνος. Απορρυπαντικό πλυντηρίου, ομοίως ξοδεύεις πολύ, άρα απαγορεύεται να πλένεις εσύ, μόνο αυτές ξέρουν. Αν ξεφύγεις και πλύνεις τίποτα στα γρήγορα, τότε "δεν ξέρεις να απλώνεις". Απλώνουμε με τάξη στην απλώστρα, πρώτα αυτά, μετά τα άλλα, δεν ξέρεις ούτε τι μανταλάκι να χρησιμοποιήσεις». Μόνο αυτές ξέρουν.
Διαβάζουν όλη την ημέρα τύπο (αν δεν παρακολουθούν τηλεόραση) και τις Κυριακές 4 εφημερίδες (όλη την εβδομάδα, ξεκοκκαλίζουν και από αυτό) και στην επόμενη συνάντηση είναι έτοιμες να σε «κατασπαράξουν» αν θελήσεις να αγοράσεις μετοχές που «δεν πάνε καλά», ενώ εσύ έχεις βάσιμες πληροφορίες μέσα από το Χρηματιστήριο. Οι πορτοκαλί σελίδες, δεν έδειξαν αυτό, άρα θα αγοράσεις το άλλο και ακολουθεί μία αναλυτική χρηματοοικονομική συζήτηση-μονόλογος και άντε να μην αγοράσεις αυτό που θα σου υποδείξουν.
Στον δικό τους κόσμο, δεν υπάρχει κούραση και «κοιμάμαι ότι ώρα θέλω». Ξυπνούν από τα άγρια χαράματα και θορυβωδώς ή αθόρυβα (σε σπάνιες περιπτώσεις) αρχίζουν να στριφογυρίζουν και να κάνουν δουλειές που μόνο αυτές ξέρουν.
Ότι ώρα νομίζουν αυτές ότι έχεις χορτάσει ύπνο, έρχονται έξω από την πόρτα σου και κάνουν φασαρία. Αν δεν μπούνε στο διπλανό διαμέρισμα που μένεις ……. με κλειδί, με ή χωρίς χτύπημα.
Αν ξυπνήσεις με μούτρα, ποιος σε γλυτώνει από την γκρίνια. Αν καθίσεις να πιείς τον καφέ σου, στην άκρη, θα βρούνε τρόπο να προσκολληθούν. Πρέπει δε να μάθεις όλα τα νέα που δεν σε αφορούν αλλά έχουν να σου πούνε, οπότε, δεν τις αφορά το αποτέλεσμα.
Το τι θέλουν να κάνουν μετρά. Αν έχεις απαντήσει με λιγότερες από 3 κουβέντες, λόγω μη ενδιαφέροντος, τότε αρχίζει η ανησυχία ότι κάτι έχεις «ορίστε, αν ήσουν στο γραφείο θα έδειχνες μεγαλύτερο ενδιαφέρον», «στους φίλους σου θα έδειχνες άλλη προθυμία» ή ότι «αδιαφορείς παντελώς για την οικογένεια».
Το ότι εσύ βρίσκεσαι σε «νιρβάνα» γιατί πέρασες καλά εχθές το βράδυ, πως σκέπτεσαι κάτι άλλο, ούτε που να τους περνά από το μυαλό.
Ως μόνιμη επωδός το «τι νέα εσύ», πρέπει να απαντηθεί με όλες τις λεπτομέρειες γιατί αν δεν απαντηθεί, αρχίζει άλλο ιερό μαρτύριο και αναστάτωση τις υπόλοιπες ώρες με έμπιστες θείες, κουμπάρες και φιλενάδες τύπου «κάτι έχει το παιδί» (αν το παιδί έχει κλείσει τα 50, δεν μας απασχολεί, παιδί είναι) «δεν έχει κέφι, κάτι συμβαίνει και δεν το λέει» «το βλέπω εγώ, είναι μέρες τώρα»………… και άλλα συναφή τα οποία δεν διαφέρουν πολύ από σπίτι σε σπίτι.
Αν τολμήσεις και γυρίσεις κουρασμένος από την δουλειά και πεις, «δεν θέλω να φάω» – πράγμα το οποίο απαγορεύεται ρητώς και κατηγορηματικώς, αλλά εσύ το παρέκαμψες - μαύρο φίδι που σε έφαγε. «και για ποιόν μαγειρεύω, εγώ, και γιατί παιδεύομαι».
Αν, λέμε αν μία φορά στις 1000 δεν θέλεις να φας «φασόλια», ε, ξεσπά ο τρίτος πελοποννησιακός πολεμος και άντε να τα βγάλεις πέρα.
Τι «αντί να λέτε δόξα σοι ο Θεός», «αντί να λέτε που υπάρχει φαγητό» «δεν έχετε περάσει Κατοχή εσείς» και άλλα πατριωτικά, θα περάσουν από την κεντρική σου αρτηρία, που θα σε κάνουν στο τέλος θα φας για να γλυτώσεις.
Τα ταξίδια…..α, τα ταξίδια. Φτάνει μία λέξη (εξωτική ή όχι) για να αρχίσει η αναπόληση και το «τότε που είχαμε πάει» «να μείνεις εκεί» και το κορυφαίο «με ποιόν θα πας δεν ακούσαμε???????????» Αφού δεν ειπώθηκε, πώς να το ακούσουν !!! ναι, αλλά πως θα έχουν σημείο αναφοράς την επόμενη το πρωί, με τις θείες, κουμπάρες και συναφή είδη……
Το «θέλω να πάω εκεί» πέφτει κεραυνός εν αιθρία την ώρα ακριβώς που κάνεις κάτι άλλο. Και δεν λένε, «θέλω να με πας εκεί» αλλά το ρίχνουν και περιμένει. Ως παραγάδι.
Το δε στυλ «αχ, πως έχω επιθυμήσει μία βόλτα στο Πασαλιμάνι», περικλείει πολλούς κινδύνους. Πρώτα από όλα, ρίχνουν άδεια να πιάσουν γεμάτα, πότε πήγες τελευταία φορά και δεν έχεις ενημερώσει το οικογενειακό αρχείο με λεπτομέρειες. Υστερα το «καλό θα ήταν να πηγαίναμε μία βόλτα» αλλά ακόμα και αν οδηγούν, αφήνουν στους άλλους την πρωτοβουλία.
Για τις δε διαδρομές, τις ειδικές διαδρομές έχουν πάσα καλύτερη άποψη από οποιονδήποτε άλλο. Από πού θα πας, από πού θα στρίψεις, γκάζι, φρένο, μα πως οδηγείς έτσι, βγάλε φλας, κλείσε το παράθυρο, γύρισε τον αέρα…………
Και μην τις βλέπετε που δεν μιλούν στο τηλέφωνο και το χρειάζονται μόνο όταν το πιάσει κάποιο άλλο μέλος της οικογένειας. Εξασκούν την μασέλα και την γλώσσα που είναι σαφώς ακονισμένη, τις πρωϊνές ώρες που εσύ απαγορεύεται να θέλεις να πάρεις τηλέφωνο για οποιοδήποτε λόγο….
Αν δε τολμήσεις και πάρεις, το βρείς απασχολημένο και ξαναπάρεις παραπονούμενος……….. τότε θα εισπράξεις «ε, εγώ κλεισμένη εδώ μέσα να μην μιλήσω? Πιάνετε το τηλέφωνο με τις ώρες και μετά παραπονείστε». Ξεχνάς τι έχεις να ρωτήσεις και το αναβάλεις οπωσδήποτε.
Όταν ο κάματος τις έχει καταβάλει και δεν μπορούν να απασχοληθούν με το ακουστικό το απόγευμα, φταις εσύ, που τηλεφώνησες για 5 λεπτά σε συνάδελφο να ρωτήσεις μία λεπτομέρεια για την μελέτη που κάνεις. Τι διάολο το έχεις το κινητό, να μην σε παίρνει κανείς είδηση????
Α, το κινητό. Άλλο κεφάλαιο. Αν σε δουν με αυτό να περιφέρεσαι, αρχίζει η μουρμούρα «διαβόλου μηχανήματα» «το τάδε συνέδριο, απέδειξε ότι………..» «οι μετρήσεις και οι μελέτες……….» όλα τα ξέρουν. Όλα τα έχουν διαβάσει και δει.
Αν πάλι κάθεσαι ήσυχα-ήσυχα κάπου και μιλάς στο κινητό αρχίζει άλλη φιλοσοφία.
Απαντούν σε ότι λες, μέχρι να πάρουν είδηση ότι δεν μιλάς μαζί τους. Υστερα θα σε πούνε ακοινώνητο.
Αν σε δούνε πάνω από 5 λεπτά κολλημένο στο pc…… ε, αυτό πιά, δεν περιγράφετε. Ο καθ’ ένας έχει τις εμπειρίες του !!!!
Αλίμονο σου βεβαίως, όπως προείπα, να θέλεις εσύ να μιλήσεις στο σταθερό του σπιτιού. Κόβουν βόλτες τάχα μου, δήθεν, συμπληρώνουν τις κουβέντες σου, ως αετονύχηδες, ξέρουν που μιλάς και βγάζουν συμπεράσματα που μόνο εκείνες ξέρουν………μέχρι να βαρεθείς να μετράς κύκλους και να ρωτήσεις «θες κάτι?» .
Η απάντηση θα πέσει ως σπάθη στο τρυφερό λαιμουδάκι του βλαστού. «Θέλω να τηλεφωνήσω στην θεία Μαρία».
Για να μην πιάσω το πρωϊνό. Εκείνο που ή μένεις μαζί ή μένεις δίπλα, ξυπνά με τον γαλατά μαζί και αρχίζει να σε κυνηγά, μήπως δεν ήπιες γάλα, μήπως δεν έφτιαξες καφέ, «γιατί δεν πήρες νερό μαζί», «γιατί δεν παίρνεις λίγη τυρόπιτα, τόσες ώρες την ετοίμαζα», ενώ εσύ, σέρνεσαι από το κρεβάτι στο μπάνιο να ξυπνήσεις.
Ασε που εκείνο ακριβώς το χρονικό σημείο θυμάται τι δεν σου είπε εχθές και θέλει να το συμπληρώσει, μη τυχόν και μείνει κανείς χωρίς ενημέρωση γιατί ο θείος Ευστράτιος, βρήκε λίγες πέτρες στο νεφρό του……….. Αν γυρίσεις να την κοιτάξεις θα γελάσεις. Φοράει το νυχτικό, έχει πλυθεί όμως για να σου πει καλημέρα, στην καλύτερη περίπτωση έχει φορέσει και ότι ανταλλακτικό έχει, ακουστικό στο αυτί, μασέλα κλπ και είναι πανέτοιμη λες να έρθει μαζί σου.
Το ότι σε σταυρώνουν πίσω από την πόρτα δεν το λέμε. ΕΝΝΟΕΙΤΑΙ παντα.
Αντε καλό δρόμο !
Αυτό μια μικρή αναφορά για το τι περνάνε όσοι μένουν μαζί ή έστω δίπλα ή απο πάνω, ή κάτω.
Δεν θα δω το θέμα απο την πλευρά των παντρεμένων παιδιών που δεν ζούνε μαζί, διότι εκεί μπαίνω σε "ξένα χωράφια". Προτρέπω κάποιον να το κάνει. Εμπειρίες έχετε όλοι.
Επίσης δεν θα γράψω τα "καλά" τους. Τα γνωρίζετε όλοι καλύτερα απο εμένα.
Το μόνο που μας μένει, είναι να υπομένουμε, να περιμένουμε και να ελπίζουμε.
Αγνωστο τι, γιατί αυτή η "φυλή" δεν νομίζω πως θα αλλάξει, στο ελάχιστο. Αλλωστε γι αυτό τις λατρεύουμε. Γιατί είναι αυτό που είναι.
Στο μεταξύ γελάμε μεταξύ μας, το λέμε και σε άλλους και μας λένε τα δικά τους και "παρηγοριόμαστε" και πάνω απο όλα ευχόμαστε να τις έχουμε «χιλιάδες» χρόνια κοντά μας.
μαμμούλα κι εγώ σ' αγαπώ !!
Τετάρτη 27 Ιουνίου 2007
Μαμμούλες... αγαπημένες
Είναι μία "φυλή" οι μαμάδες που δεν ξέρω πότε ανακαλύφθηκε, όμως φαίνεται ότι υπάρχει πολλά χρόνια τώρα για να μας «παιδεύει».
Από τα παλιά χρόνια άν θυμάμαι καλά, αυτό λεγόταν «Μητριαρχικό καθεστώς», άνθισε στην αρχαία Ελλάδα και φαίνεται πως οι κλώνοι του εξαπλώνονται ακόμη και σήμερα με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αφ’ ενός, με καταπληκτική ομοιότητα αφ’ ετέρου.
Ας λένε οι άνδρες πως είναι το ισχυρό φύλο. Μάλλον πλανώνται πλάνη πλανεμένη.
Αν το καλοεξετάσεις, οι "φοβερές" γυναίκες, κρατάνε όλη την οικογένεια, εκείνες αποφασίζουν για όλα, εκείνες έχουν τον τελευταίο λόγο.
Ολοι μα όλοι ανεξαιρέτως παίζουμε στο ίδιο έργο. Με άλλους πρωταγωνιστές, ανάλογα την οικία. Τα έργα επαναλαμβάνονται με τέτοια εκπληκτική ομοιότητα που νομίζεις ότι αυτός που σου μιλά, απέναντί σου και λέει για την δική του μάνα, εχει στήσει τσαντίρι σπίτι σου και μιλά για την δική σου.
«Εξαφανίστηκε το κλειδί για την αποθήκη της ταράτσας», αποτολμάς δήλωση. "Εσείς που το χάσατε να πάτε να το βρείτε" έρχεται η απάντηση, με την ίδια ταχύτητα που θα επέστρεφε η μπάλα του τέννις. Τώρα γιατί εμείς οι υπόλοιποι, νομίζουμε ότι το έδωσε σε κάποια συγκάτοικο που δεν της το επέστρεψε και που δεν το θυμάται και αν το θυμηθεί δεν θα το πει ποτέ! – μην ρωτάς.
«Γιατί έβαλες αποφρακτικό, στο μπάνιο, πρωί – πρωί, εγώ πάω εκκλησία». Λες και την Κυριακή το πρωί, δεν αποφράσουμε μπανιέρες, περιμένουμε την Δευτέρα. Μέχρι τότε, δεν πλενόμαστε παράλληλα. Αγριεύουν λες και τους είπες να αφήσου το «κύριε Ελέησον» να κοιτάξουν το tou-bo-flo. Ooooooχι, πρέπει να έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για όλα.
Κοφτερά μυαλά, όσο δεν παίρνει. Ανεξαρτήτως ηλικίας και τρόπου εκπαίδευσης. Αλλωστε κατά ένα μαγικό τρόπο, ολες, έχουν τελειώσει το ίδιο «κολλέγιο».
Μπαίνεις στην κουζίνα να μαγειρέψεις. Αφού σου έχουν δωθεί όλες οι κατευθυντήριες γραμμές πως θα κάνεις τι, αρχίζουν να κόβουν βόλτες και να μετρούν με το μάτι ποσότητες. «πολλή φυτίνη έβαλες». Που το είδε, αφού το εν λόγω βούτυρο έχει λειώσει μέσα σε μία κατσαρόλα που δεν φαίνεται. Εχει μετρήσει με μια ματιά, το υπόλοιπο στο κεσεδάκι, που έχει μείνει δίπλα.
«Στραγγίζουμε το κρεμμύδι, δεν το βάζουμε έτσι με τα νερά, μέσα στην ζεστή κατσαρόλα, δεν το αφήνουμε να κάψει, το γυαλίζουμε μόνο», φωνάζει απο το σαλόνι, ενώ υποτίθεται ότι παρακολουθεί το τελευταίο ντοκυμαντέρ του ΣΚΑΙ.
2 ώρες είσαι στην κουζίνα? 2 ώρες τυχαίως θα περάσουν 100 φορές να δουν τάχα μου, τι γίνεται. Άλλες τόσες παρατηρήσεις θα σου κάνουν.
Η κουζίνα απαιτεί γνώσεις που δεν έχει κανείς παρά μόνο αυτές. Δεν δέχονται άλλες παραινέσεις από εκείνο που ακολουθούν. Δεν ξέρει να το κάνει κανείς όπως αυτές και αν τολμήσει κάποιος να προτείνει κάτι διαφορετικό, ξωπετάγεται αμέσως μ’ ένα «σιγά να μην μου πεις εμένα τώρα».
Υστερα μου λένε "φταίει η νύφη". Βρε η νύφη δεν φταίει, έχει μάνα και ξέρει. Δεν της έφτανε η μάνα, φορτώνεται και την πεθερά. Πόσα ν' αντέξει η έρμη.......
Δεν είμαι νύφη και καμμιά φορά, αναρωτιέμαι πώς θα άντεχα και τις δύο μαζί. φτού φτου φτού !!!
Αυτοί οι «έρμοι» σύντροφοι, πως τις ανέχονται είναι «αξιο θαυμασμού». Ισως βέβαια πρόκειται περί μίας συνομοταξίας που "αντέχει" τα "χτυπήματα" της μοίρας. Δεν εξηγείται αλλιώς.........
Μέσα στο «βασίλειο», έχει ότι ζητήσεις. Αρκεί να μην ανακατευτείς και του αλλάξεις θέση. Τότε το έχασαν. Και αρχίζει άλλος αγώνας δρόμου «τι θες κι ανακατεύεσαι, γιατί δεν με ρωτάς να μάθεις». Μάλιστα.
Μαζεύουν χιλιάδες άχρηστα πράγματα από κουταλάκια παγωτών σε εκατοντάδες, κάνοντας προίκα για τα επόμενα 30 έτη – μην μας λείψουν σε καιρό πολέμου – μέχρι κουτάκια χιλιάδες κουτάκια που δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Συγνώμη, χρησιμεύουν σε κάτι που μόνο αυτές ξέρουν.
Στα συρτάρια της κουζίνας, δεν ξέρουν τι έχουν, αν ανασηκώσεις όμως ένα και μόνο ένα και τολμήσεις να ρωτήσεις «τι είναι τούτο», έχεις κατακεραυνωθεί. «ας το κάτω, δεν σ’ ενδιαφέρει». Απαξιωτικά.
Καπάκια από κεσεδάκια, σε συστάδες και τα ίδια τα κεσεδάκια αλλού. Ταιριάζουν απόλυτα το πάνω με το κάτω, μόλις το ζητήσεις, διότι αν το πάρεις μόνος, το μόνο που θα καταφέρεις είναι να σπάσουν τα νεύρα σου, ψάχνοντας.
Κορδέλες από όλα τα κουτιά που μας έχουν φέρει με γλυκά από το 1972 κι εντεύθεν. Σε ότι χρωματισμό ζητηθεί, αρκεί να ταιριάζει με την σακούλα σκουπιδιών.
Σακούλες, μιας και τις ανέφερα, έχουμε από όλα τα σούπες μάρκετ που έχουμε επισκεφθεί
τα τελευταία 14 χρόνια. Διότι επισκεπτόμαστε όλα τα περιφερειακά, και της γειτονιάς, προκειμένου να ελέγξουμε τιμές και προϊόντα και να έχουμε μία σφαιρική εικόνα ως καταναλωτές.
Γνωρίζουμε ποια λαϊκή αγορά έχει πότε και σε ποιο δρόμο για τους τουλάχιστον 3 δήμους γειτνίασης. Για τον δε δικό μας δήμο, ξέρουμε και τις 5 (7 ή 9) που υπάρχουν, ποιος μανάβης πουλάει τι και υπάρχει και η προσωπική επαφή με την οποία μένεις με ανοικτό στόμα αν βρεθείς κοντά. Εχει πάει κανείς μία βόλτα στην λαϊκή και αν δεν δεις την όποια μάνα με το καλύτερο PR να έχει φιλίες με τους μισούς μεσογειάτες, μενιδιάτες και μαραθωνίτικους «παραγωγούς», να μείνεις με ανοικτό στόμα, εγώ να σκίσω το πτυχίο.
===============================
... η συνέχεια στο επόμενο, γιατί ο Γιώργος μας, δήλωσε πως δεν τα θέλει μακροσκελή τα ποστάκια. καλά θα δεις εσύ !
Επίσης όλο αυτό είναι εξαιρετικά αφιερωμένο στον Βαγγέλη ο οποίος νόμισε πως συμβαίνουν μόνο στο σπίτι του "παράξενα".
Τασάκο μου, ότι και να πεις δίκιο έχεις! ένας πατέρας σε "μαμαδένια" συσκευασία, είναι overdose. Υπομονήήήήήή !!
Από τα παλιά χρόνια άν θυμάμαι καλά, αυτό λεγόταν «Μητριαρχικό καθεστώς», άνθισε στην αρχαία Ελλάδα και φαίνεται πως οι κλώνοι του εξαπλώνονται ακόμη και σήμερα με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αφ’ ενός, με καταπληκτική ομοιότητα αφ’ ετέρου.
Ας λένε οι άνδρες πως είναι το ισχυρό φύλο. Μάλλον πλανώνται πλάνη πλανεμένη.
Αν το καλοεξετάσεις, οι "φοβερές" γυναίκες, κρατάνε όλη την οικογένεια, εκείνες αποφασίζουν για όλα, εκείνες έχουν τον τελευταίο λόγο.
Ολοι μα όλοι ανεξαιρέτως παίζουμε στο ίδιο έργο. Με άλλους πρωταγωνιστές, ανάλογα την οικία. Τα έργα επαναλαμβάνονται με τέτοια εκπληκτική ομοιότητα που νομίζεις ότι αυτός που σου μιλά, απέναντί σου και λέει για την δική του μάνα, εχει στήσει τσαντίρι σπίτι σου και μιλά για την δική σου.
«Εξαφανίστηκε το κλειδί για την αποθήκη της ταράτσας», αποτολμάς δήλωση. "Εσείς που το χάσατε να πάτε να το βρείτε" έρχεται η απάντηση, με την ίδια ταχύτητα που θα επέστρεφε η μπάλα του τέννις. Τώρα γιατί εμείς οι υπόλοιποι, νομίζουμε ότι το έδωσε σε κάποια συγκάτοικο που δεν της το επέστρεψε και που δεν το θυμάται και αν το θυμηθεί δεν θα το πει ποτέ! – μην ρωτάς.
«Γιατί έβαλες αποφρακτικό, στο μπάνιο, πρωί – πρωί, εγώ πάω εκκλησία». Λες και την Κυριακή το πρωί, δεν αποφράσουμε μπανιέρες, περιμένουμε την Δευτέρα. Μέχρι τότε, δεν πλενόμαστε παράλληλα. Αγριεύουν λες και τους είπες να αφήσου το «κύριε Ελέησον» να κοιτάξουν το tou-bo-flo. Ooooooχι, πρέπει να έχουν τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για όλα.
Κοφτερά μυαλά, όσο δεν παίρνει. Ανεξαρτήτως ηλικίας και τρόπου εκπαίδευσης. Αλλωστε κατά ένα μαγικό τρόπο, ολες, έχουν τελειώσει το ίδιο «κολλέγιο».
Μπαίνεις στην κουζίνα να μαγειρέψεις. Αφού σου έχουν δωθεί όλες οι κατευθυντήριες γραμμές πως θα κάνεις τι, αρχίζουν να κόβουν βόλτες και να μετρούν με το μάτι ποσότητες. «πολλή φυτίνη έβαλες». Που το είδε, αφού το εν λόγω βούτυρο έχει λειώσει μέσα σε μία κατσαρόλα που δεν φαίνεται. Εχει μετρήσει με μια ματιά, το υπόλοιπο στο κεσεδάκι, που έχει μείνει δίπλα.
«Στραγγίζουμε το κρεμμύδι, δεν το βάζουμε έτσι με τα νερά, μέσα στην ζεστή κατσαρόλα, δεν το αφήνουμε να κάψει, το γυαλίζουμε μόνο», φωνάζει απο το σαλόνι, ενώ υποτίθεται ότι παρακολουθεί το τελευταίο ντοκυμαντέρ του ΣΚΑΙ.
2 ώρες είσαι στην κουζίνα? 2 ώρες τυχαίως θα περάσουν 100 φορές να δουν τάχα μου, τι γίνεται. Άλλες τόσες παρατηρήσεις θα σου κάνουν.
Η κουζίνα απαιτεί γνώσεις που δεν έχει κανείς παρά μόνο αυτές. Δεν δέχονται άλλες παραινέσεις από εκείνο που ακολουθούν. Δεν ξέρει να το κάνει κανείς όπως αυτές και αν τολμήσει κάποιος να προτείνει κάτι διαφορετικό, ξωπετάγεται αμέσως μ’ ένα «σιγά να μην μου πεις εμένα τώρα».
Υστερα μου λένε "φταίει η νύφη". Βρε η νύφη δεν φταίει, έχει μάνα και ξέρει. Δεν της έφτανε η μάνα, φορτώνεται και την πεθερά. Πόσα ν' αντέξει η έρμη.......
Δεν είμαι νύφη και καμμιά φορά, αναρωτιέμαι πώς θα άντεχα και τις δύο μαζί. φτού φτου φτού !!!
Αυτοί οι «έρμοι» σύντροφοι, πως τις ανέχονται είναι «αξιο θαυμασμού». Ισως βέβαια πρόκειται περί μίας συνομοταξίας που "αντέχει" τα "χτυπήματα" της μοίρας. Δεν εξηγείται αλλιώς.........
Μέσα στο «βασίλειο», έχει ότι ζητήσεις. Αρκεί να μην ανακατευτείς και του αλλάξεις θέση. Τότε το έχασαν. Και αρχίζει άλλος αγώνας δρόμου «τι θες κι ανακατεύεσαι, γιατί δεν με ρωτάς να μάθεις». Μάλιστα.
Μαζεύουν χιλιάδες άχρηστα πράγματα από κουταλάκια παγωτών σε εκατοντάδες, κάνοντας προίκα για τα επόμενα 30 έτη – μην μας λείψουν σε καιρό πολέμου – μέχρι κουτάκια χιλιάδες κουτάκια που δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Συγνώμη, χρησιμεύουν σε κάτι που μόνο αυτές ξέρουν.
Στα συρτάρια της κουζίνας, δεν ξέρουν τι έχουν, αν ανασηκώσεις όμως ένα και μόνο ένα και τολμήσεις να ρωτήσεις «τι είναι τούτο», έχεις κατακεραυνωθεί. «ας το κάτω, δεν σ’ ενδιαφέρει». Απαξιωτικά.
Καπάκια από κεσεδάκια, σε συστάδες και τα ίδια τα κεσεδάκια αλλού. Ταιριάζουν απόλυτα το πάνω με το κάτω, μόλις το ζητήσεις, διότι αν το πάρεις μόνος, το μόνο που θα καταφέρεις είναι να σπάσουν τα νεύρα σου, ψάχνοντας.
Κορδέλες από όλα τα κουτιά που μας έχουν φέρει με γλυκά από το 1972 κι εντεύθεν. Σε ότι χρωματισμό ζητηθεί, αρκεί να ταιριάζει με την σακούλα σκουπιδιών.
Σακούλες, μιας και τις ανέφερα, έχουμε από όλα τα σούπες μάρκετ που έχουμε επισκεφθεί
τα τελευταία 14 χρόνια. Διότι επισκεπτόμαστε όλα τα περιφερειακά, και της γειτονιάς, προκειμένου να ελέγξουμε τιμές και προϊόντα και να έχουμε μία σφαιρική εικόνα ως καταναλωτές.
Γνωρίζουμε ποια λαϊκή αγορά έχει πότε και σε ποιο δρόμο για τους τουλάχιστον 3 δήμους γειτνίασης. Για τον δε δικό μας δήμο, ξέρουμε και τις 5 (7 ή 9) που υπάρχουν, ποιος μανάβης πουλάει τι και υπάρχει και η προσωπική επαφή με την οποία μένεις με ανοικτό στόμα αν βρεθείς κοντά. Εχει πάει κανείς μία βόλτα στην λαϊκή και αν δεν δεις την όποια μάνα με το καλύτερο PR να έχει φιλίες με τους μισούς μεσογειάτες, μενιδιάτες και μαραθωνίτικους «παραγωγούς», να μείνεις με ανοικτό στόμα, εγώ να σκίσω το πτυχίο.
===============================
... η συνέχεια στο επόμενο, γιατί ο Γιώργος μας, δήλωσε πως δεν τα θέλει μακροσκελή τα ποστάκια. καλά θα δεις εσύ !
Επίσης όλο αυτό είναι εξαιρετικά αφιερωμένο στον Βαγγέλη ο οποίος νόμισε πως συμβαίνουν μόνο στο σπίτι του "παράξενα".
Τασάκο μου, ότι και να πεις δίκιο έχεις! ένας πατέρας σε "μαμαδένια" συσκευασία, είναι overdose. Υπομονήήήήήή !!
Πέμπτη 21 Ιουνίου 2007
... συνταγών συνέχεια
.... και κάτι αλμυρούτσικο, μην σας πέσει βαρύ το γλυκό, για να "ξεπλυθεί" η γεύση....
Πατάτες ω γκρατέν (ελληνιστί γκρατιναρισμένες)
5-6 μεγάλες πατάτες
3 μεγάλα κρεμμύδια
5 φέτες μπέϊκον
1 φλ. τσαγιού κεφαλοτύρι τριμμένο
1/2 φλ. τσαγιού τσένταρ τριμμένο
1 ποτήρι και λίγο ακόμη γάλα
2 κουτ. σούπας μαϊντανό
Πιπέρι
Λίγο βιτάμ ή μαργαρίνη
Βράζουμε λίγο τις πατάτες με τα φλούδια (για να είναι γρηγορότερο το ψήσιμο ύστερα). Τις ξεφλουδίζουμε και τις κόβουμε ροδέλες, όχι πολύ παχιές. Κόβουμε ροδέλες και σωτάρουμε σ’ ένα τηγανάκι λίγο το κρεμμυδι. Κόβουμε κομμάτια το μπέϊκον και το σωτάρουμε και αυτό λίγο
Τρίβουμε τα τυριά, ξεχωριστά το καθ’ ένα.
Στρώνουμε μία στρώση πατάτες στο πυρέξ, βάζουμε λίγες ροδέλες κρεμμύδι και κομματάκια μπέϊκον, εδώ κι εκεί.
Ρίχνουμε από πάνω μία στρώση κεφαλοτύρι.
Εδώ κι εκεί ρίχνουμε κόμπους βούτυρο – είναι το μόνο λιπαρό που έχει.
Επαναλαμβάνουμε μία στρώση πατάτες, κρεμμύδια, μπέϊκον, κεφαλοτύρι, βούτυρο.
Εδώ πρέπει να έχουμε εξαντλήσει τα υλικά και να μας μείνουν οι πατάτες για την τελευταία στρώση και το βούτυρο και να ρίξουμε το τσένταρ να καλύψουμε.
Ανακατεύουμε σε ένα μπώλ το γάλα με τον μαϊντανο και το πιπέρι και περιχύνουμε το πυρέξ μας.
Ψήνουμε σε 200 βαθμούς σε αερόθερμο φούρνο. Αν δεν υπάρχει αερόθερμος, σε δυνατό φούρνο για ¾ της ώρας.
Μυστικάκια
η αυθεντική συνταγή ήταν με 1, ½ πακέτο μικρό κρέμα γάλακτος, αλλά με το γάλα, γίνεται «ελαφρύτερο» και το ίδιο νόστιμο.
Η δόση είναι για ένα μέτριο πυρέξ, ή για ένα ταψί μέγεθος 26.
Τα κρεμμύδια και το μπέϊκον, μπορεί να είναι σε μεγαλύτερες δόσεις αλλά «βαραίνει» το φαγητό.
Το τσένταρ, τρίψτε το σε τρίφτη κρεμμυδιού – φαρδύ – για να μην σας παιδέψει, επειδή κολλάει.
Καλή επιτυχία, καλή όρεξη
Πατάτες ω γκρατέν (ελληνιστί γκρατιναρισμένες)
5-6 μεγάλες πατάτες
3 μεγάλα κρεμμύδια
5 φέτες μπέϊκον
1 φλ. τσαγιού κεφαλοτύρι τριμμένο
1/2 φλ. τσαγιού τσένταρ τριμμένο
1 ποτήρι και λίγο ακόμη γάλα
2 κουτ. σούπας μαϊντανό
Πιπέρι
Λίγο βιτάμ ή μαργαρίνη
Βράζουμε λίγο τις πατάτες με τα φλούδια (για να είναι γρηγορότερο το ψήσιμο ύστερα). Τις ξεφλουδίζουμε και τις κόβουμε ροδέλες, όχι πολύ παχιές. Κόβουμε ροδέλες και σωτάρουμε σ’ ένα τηγανάκι λίγο το κρεμμυδι. Κόβουμε κομμάτια το μπέϊκον και το σωτάρουμε και αυτό λίγο
Τρίβουμε τα τυριά, ξεχωριστά το καθ’ ένα.
Στρώνουμε μία στρώση πατάτες στο πυρέξ, βάζουμε λίγες ροδέλες κρεμμύδι και κομματάκια μπέϊκον, εδώ κι εκεί.
Ρίχνουμε από πάνω μία στρώση κεφαλοτύρι.
Εδώ κι εκεί ρίχνουμε κόμπους βούτυρο – είναι το μόνο λιπαρό που έχει.
Επαναλαμβάνουμε μία στρώση πατάτες, κρεμμύδια, μπέϊκον, κεφαλοτύρι, βούτυρο.
Εδώ πρέπει να έχουμε εξαντλήσει τα υλικά και να μας μείνουν οι πατάτες για την τελευταία στρώση και το βούτυρο και να ρίξουμε το τσένταρ να καλύψουμε.
Ανακατεύουμε σε ένα μπώλ το γάλα με τον μαϊντανο και το πιπέρι και περιχύνουμε το πυρέξ μας.
Ψήνουμε σε 200 βαθμούς σε αερόθερμο φούρνο. Αν δεν υπάρχει αερόθερμος, σε δυνατό φούρνο για ¾ της ώρας.
Μυστικάκια
η αυθεντική συνταγή ήταν με 1, ½ πακέτο μικρό κρέμα γάλακτος, αλλά με το γάλα, γίνεται «ελαφρύτερο» και το ίδιο νόστιμο.
Η δόση είναι για ένα μέτριο πυρέξ, ή για ένα ταψί μέγεθος 26.
Τα κρεμμύδια και το μπέϊκον, μπορεί να είναι σε μεγαλύτερες δόσεις αλλά «βαραίνει» το φαγητό.
Το τσένταρ, τρίψτε το σε τρίφτη κρεμμυδιού – φαρδύ – για να μην σας παιδέψει, επειδή κολλάει.
Καλή επιτυχία, καλή όρεξη
Ζουζούνας συνταγές
Φλωρεντινές
Για "τσιμπήστε" παρακαλώ μία συνταγή για να έχετε να πορεύεστε !!! Οσοι βαριέστε, παρακαλέστε να σας φτιάξω........
Υλικά
60 γρ. κορν φλέϊκς
60 γρ. αμύγδαλα εφιλέ (ασπρισμένα αμύγδαλα φολίδες, έτοιμα στο super market)
1, ½ φλ. τσαγιού φιστίκια Αιγίνης (καθαρισμένα και χονδροκομμένα)
1, ½ φλ. τσαγιού σταφίδες ξανθές (έχουν καλύτερη γεύση από τις μαύρες)
1 ζαχαρούχο γάλα
1 πακέτο κερασάκια (κομμένα στα 2 ή 4)
2 σοκολάτες υγείας ΠΑΥΛΙΔΗ (προαιρετικά)
Θα χρειαστείς 2 ταψιά του φούρνου, στρωμένα με λαδόκολλα.
Εκτέλεση
Βάζεις τα φιστίκια, τα αμύγδαλα, τις σταφίδες, κόρν φλέϊκς και τα κερασάκια σε ένα μεγάλο μπολ, και ανακατεύεις καλά – καλά – καλά.
Ρίχνεις το ζαχαρούχο και ανακατεύεις πάλι καλά για να πάει παντού.
Στρώνεις στο ταψί του φούρνου λαδόκολλα και παίρνεις κουταλιά – κουταλιά (της σούπας) και φτιάχνεις βραχάκια σε κοντινές αποστάσεις (δεν φουσκώνει).
Κάθε τόσο ανακατεύεις να πάει παντού το γάλα γιατί βαραίνει και πάει κάτω.
Αφού φτιάξεις περίπου 30 με 35 κομμάτια (μπορεί και περισσότερα, αν τα κάνεις μικρά), τα ψήνεις σε αερόθερμο φούρνο στους 180 βαθμούς για περίπου 15 λεπτά.
Θα τα δεις να παίρνουν ελαφρύ καφετί χρώμα. Θα κλείσεις τον φούρνο και θα τα αφήσεις μέσα. Ύστερα από 10 λεπτά θα ανοίξεις τον φούρνο να πάρουν ανάσες !!!!.
Θα βγάλεις τα ταψιά από τον φούρνο θα βγάλεις τις φλωρεντικές σε λαδόκολλα ανάποδα
και θα περιμένεις ακόμη λίγο να στεγνώσουν (θα δεις πως η ουσία του γάλακτος είναι νωπή).
Όταν θα στεγνώσουν μπορείς να δοκιμάσεις. Διαφορετικά θα κολλήσουν στα δόντια και δεν θα φταίω εγώ........ είναι το ζαχαρούχο !!!!
ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Βάζεις σε κατσαρόλα με μπέν μαρί την σοκολάτα και λειώνει. Βουτάς μία – μία τις κρύες φλωρεντινές στην άκρη τους και τις αφήνεις σε λαδόκολλα να στεγνώσουν πάλι.
Καλή επιτυχία και καλή όρεξη.
Υ. γ. η όλη διαδικασία παίρνει 1 , ½ ώρα.
Για "τσιμπήστε" παρακαλώ μία συνταγή για να έχετε να πορεύεστε !!! Οσοι βαριέστε, παρακαλέστε να σας φτιάξω........
Υλικά
60 γρ. κορν φλέϊκς
60 γρ. αμύγδαλα εφιλέ (ασπρισμένα αμύγδαλα φολίδες, έτοιμα στο super market)
1, ½ φλ. τσαγιού φιστίκια Αιγίνης (καθαρισμένα και χονδροκομμένα)
1, ½ φλ. τσαγιού σταφίδες ξανθές (έχουν καλύτερη γεύση από τις μαύρες)
1 ζαχαρούχο γάλα
1 πακέτο κερασάκια (κομμένα στα 2 ή 4)
2 σοκολάτες υγείας ΠΑΥΛΙΔΗ (προαιρετικά)
Θα χρειαστείς 2 ταψιά του φούρνου, στρωμένα με λαδόκολλα.
Εκτέλεση
Βάζεις τα φιστίκια, τα αμύγδαλα, τις σταφίδες, κόρν φλέϊκς και τα κερασάκια σε ένα μεγάλο μπολ, και ανακατεύεις καλά – καλά – καλά.
Ρίχνεις το ζαχαρούχο και ανακατεύεις πάλι καλά για να πάει παντού.
Στρώνεις στο ταψί του φούρνου λαδόκολλα και παίρνεις κουταλιά – κουταλιά (της σούπας) και φτιάχνεις βραχάκια σε κοντινές αποστάσεις (δεν φουσκώνει).
Κάθε τόσο ανακατεύεις να πάει παντού το γάλα γιατί βαραίνει και πάει κάτω.
Αφού φτιάξεις περίπου 30 με 35 κομμάτια (μπορεί και περισσότερα, αν τα κάνεις μικρά), τα ψήνεις σε αερόθερμο φούρνο στους 180 βαθμούς για περίπου 15 λεπτά.
Θα τα δεις να παίρνουν ελαφρύ καφετί χρώμα. Θα κλείσεις τον φούρνο και θα τα αφήσεις μέσα. Ύστερα από 10 λεπτά θα ανοίξεις τον φούρνο να πάρουν ανάσες !!!!.
Θα βγάλεις τα ταψιά από τον φούρνο θα βγάλεις τις φλωρεντικές σε λαδόκολλα ανάποδα
και θα περιμένεις ακόμη λίγο να στεγνώσουν (θα δεις πως η ουσία του γάλακτος είναι νωπή).
Όταν θα στεγνώσουν μπορείς να δοκιμάσεις. Διαφορετικά θα κολλήσουν στα δόντια και δεν θα φταίω εγώ........ είναι το ζαχαρούχο !!!!
ΣΥΝΕΧΕΙΑ
Βάζεις σε κατσαρόλα με μπέν μαρί την σοκολάτα και λειώνει. Βουτάς μία – μία τις κρύες φλωρεντινές στην άκρη τους και τις αφήνεις σε λαδόκολλα να στεγνώσουν πάλι.
Καλή επιτυχία και καλή όρεξη.
Υ. γ. η όλη διαδικασία παίρνει 1 , ½ ώρα.
Τετάρτη 20 Ιουνίου 2007
.... μας έμαθαν γράμματα και όχι μόνο !
Περιπλανόμενη στα blogs, διάβασα για Λύκειο και μου ήρθαν στο νου οι καθηγήτριες ! Δεν ξέρω πως. Τι κάνει το μυαλό !
Οτι θυμάμαι χαίρομαι μετά απο 30 χρόνια θα μου πείτε........ Ξέρω πως οι περισσότερες απο εσάς (συμμαθήτριες "Παρθεναγωγείου") δεν ..... τις "χωνεύατε". Είχατε μία αποψη ξεκάθαρη για την κάθε μία. Εγώ, δεν τόψαχνα. Ζώντας σε σπίτι με μεγάλους "μόνο", τις έβλεπα σαν μαμάδες και "γιαγιάδες" και θείες και μετά....... μετά πρέπει να τις δω.
Για να ξεκινήσω να τεστάρω ως που φτάνει το μυαλό μου. Ετσι ξαφνικά.
Απο που? Μα το ρωτάτε? Απο την Αννα Περάκη. Δύο εικόνες έχω. Μία φορά στην Ακρόπολη να στηρίζεται πάνω μου γιατί είχε πέτρες τριγύρω κι εμένα μου φαινόταν σαν την γιαγιά μου και φοβόμουν, μην μου πέσει. Και μία άλλη ακόμη στο Εθνολογικό Μουσείο (όχι, που είναι αυτό!!! Η παλιά βουλή στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη απο πίσω, στην Σταδίου, αχαρτογράφητες!). Τότε που βουρκωμένη, μας είπε ότι ο Ναύαρχος Κουντουριώτης ήταν ο παππούς της και μας τον έδειχνε σε ένα κάδρο. Ζωντανή ιστορία μπροστά μας !!!
Χρίστος Καραίνδρος. Δεν πρόλαβε να δει την Ελένη του να διευθύνει στο Μέγαρο. Εφυγε λίγες ημέρες πριν, απο όσο θυμάμαι.
Ελεγε της μαμάς μου "τόσο μπορεί να διαβάσει, τόσο διαβάζει. Αλλη κλείνει τα βιβλία στις 9 και δεν θυμάται τίποτα το πρωί, η δική σας, τα κλείνει στις 6 και έχει πάρει κάτι. αυτό να το χαίρεστε". Τον είδα την 10ετία του 90 λίγα χρόνια πριν πεθάνει ένα πρωί στο φούρνο στους Αμπελοκήπους και δεν του μίλησα. Βιαζόμουν να παώ στο γραφείο. Είπα "άλλη φορά". Ντροπή μου. Δεν υπήρξε άλλη φορά.
Ξανθή Θεοχαροπούλου Εχω φυλάξει την κουβέντα της προ 10 ετών "παιδί μου, είμαι πολύ μεγάλη, πονάνε τα πόδια μου, δεν μπορώ να βγώ έξω, να έρθω να σας δω". Δεν ξέρω αν ζει.....
Αγνή Βλάχου. Για μερικά χρόνια μετά το σχολείο με κερνούσε παγωτό σπίτι της. Είμαστε
κοντά. Με έβλεπε στο δρόμο και μου έλεγε "έλα το απόγευμα να φάμε παγωτό. Λέγαμε τόσα για τις μαθήτριες που είχαν περάσει απο τα χέρια της, όσο και για την πολυτάραχη ζωή της.
... κόλλησα για ποιά θα γράψω ? Για την "δεσποινίδα" Παπαδέδε. Την Σούλα, που της καναμε το βίο πατίνι. Την θυμάμαι μαυροφορεμένη, όταν έχασε τον πατέρα της. Μου είχε κάνει τόση εντύπωση. Πάντα "χάζευα" το ασπρο της δέρμα με το κραγιόν. Με το πένθος, δεν θυμάμαι να ξαναέβαλε κραγιόν.
Την καθηγήτρια των Θρησκευτικών. Εκείνη την κυρία που ξεχνώ το όνομά της μονιμως, γιατί τα διαβόλια την έλεγαν με το παράνομα "απίδω" ή "αχλάδω" στην δημοτική. Ποιός ξέρει απο που και πότε είχε βγεί. Μπορεί να ξέρει η μεγάλη (ε, όχι σαν την ακρόπολη, εξαδέλφη της Ντίνας, που μου το είπε αυθόρμητα ξεφωνίζοντας "απίδωωωωωωωωω")
Μωραίτου. Το θυμήθηκα βλέποντας την φωτό που έχει τραβήξει πρόσφατα η Ρίκα. Κάπου έχω και τις παλιές. Θα τις ποστάρω κι αυτές στο κείμενο.
Δεν θυμάμαι ώρες μαθήματος μαζί της. Ωρες εκδρομών θυμάμαι, απο φωτογραφίες. Αντεεεεε, χαμένο το έχω.
Επίσης θυμάμαι την χαρά μου, όταν την είχα δει προ 20ετίας στο παγκάκι μιας στάσης στους Αμπελόκηπους. Ξεφώνησα........ και τότε και προσπάθησα να της θυμίσω σε ποιά τάξη ήμουν.
Ιωάννα Μαλεφάκη. Ποιά δεν θυμάται την χαρακτηριστική κίνηση να φτιάξει τον κορσέ και το "τσάκ" που ακουγόταν........ Ψηλή και αγέρωχη. Πόσο χρονών να ήταν τότε.
Θυμάστε που μας είχε καλέσει στο σπίτι της. Μια μονοκατοικία με μεγάλο κήπο (που δεν είχε φυτά) με δένδρα και στο μουντόχρωμα καθίσαμε και συζητούσαμε. Εχω την εικόνα, με τα χρώματα, στην δύση του ήλιου. Να μπλέκουν οι ηλιαχτίδες μέσα απο τα δένδρα, με ένα περίεργο χρώμα μπεζουλί που είχε το σπίτι. Πως φύγαμε απο εκεί μετά???????
Η κυρία Μαργαρίτου. Ξεχνώ το μικρό της όνομα. Πως φεύγουν οι πληροφορίες....... Μόνο το γλυκό της βλέμμα θυμάμαι. "Εγραψες για 19 ιστορία στην Γ' Λυκείου" μου είχε πει. "Συμβαίνουν και αυτά" της είχα απαντήσει. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν είχα αντιγράψει. Οχι στην Ιστορία τουλάχιστον.
Μαύρα φορούσε όσο την θυμάμαι. Το γιατί δεν το γνώριζα. Εφυγε, είναι εδώ..... ποιά ξέρει να μου πει.
... έλα, πολλά σας έγραψα. Συγκινήθηκα. άλλη ώρα τα υπόλοιπα.
Κάτω απο το κείμενο, που θα διαβάσετε είμαι σίγουρη, γράφει "σχόλια". Πατήστε και μπείτε και περιμένω.
Οτι θυμάμαι χαίρομαι μετά απο 30 χρόνια θα μου πείτε........ Ξέρω πως οι περισσότερες απο εσάς (συμμαθήτριες "Παρθεναγωγείου") δεν ..... τις "χωνεύατε". Είχατε μία αποψη ξεκάθαρη για την κάθε μία. Εγώ, δεν τόψαχνα. Ζώντας σε σπίτι με μεγάλους "μόνο", τις έβλεπα σαν μαμάδες και "γιαγιάδες" και θείες και μετά....... μετά πρέπει να τις δω.
Για να ξεκινήσω να τεστάρω ως που φτάνει το μυαλό μου. Ετσι ξαφνικά.
Απο που? Μα το ρωτάτε? Απο την Αννα Περάκη. Δύο εικόνες έχω. Μία φορά στην Ακρόπολη να στηρίζεται πάνω μου γιατί είχε πέτρες τριγύρω κι εμένα μου φαινόταν σαν την γιαγιά μου και φοβόμουν, μην μου πέσει. Και μία άλλη ακόμη στο Εθνολογικό Μουσείο (όχι, που είναι αυτό!!! Η παλιά βουλή στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη απο πίσω, στην Σταδίου, αχαρτογράφητες!). Τότε που βουρκωμένη, μας είπε ότι ο Ναύαρχος Κουντουριώτης ήταν ο παππούς της και μας τον έδειχνε σε ένα κάδρο. Ζωντανή ιστορία μπροστά μας !!!
Χρίστος Καραίνδρος. Δεν πρόλαβε να δει την Ελένη του να διευθύνει στο Μέγαρο. Εφυγε λίγες ημέρες πριν, απο όσο θυμάμαι.
Ελεγε της μαμάς μου "τόσο μπορεί να διαβάσει, τόσο διαβάζει. Αλλη κλείνει τα βιβλία στις 9 και δεν θυμάται τίποτα το πρωί, η δική σας, τα κλείνει στις 6 και έχει πάρει κάτι. αυτό να το χαίρεστε". Τον είδα την 10ετία του 90 λίγα χρόνια πριν πεθάνει ένα πρωί στο φούρνο στους Αμπελοκήπους και δεν του μίλησα. Βιαζόμουν να παώ στο γραφείο. Είπα "άλλη φορά". Ντροπή μου. Δεν υπήρξε άλλη φορά.
Ξανθή Θεοχαροπούλου Εχω φυλάξει την κουβέντα της προ 10 ετών "παιδί μου, είμαι πολύ μεγάλη, πονάνε τα πόδια μου, δεν μπορώ να βγώ έξω, να έρθω να σας δω". Δεν ξέρω αν ζει.....
Αγνή Βλάχου. Για μερικά χρόνια μετά το σχολείο με κερνούσε παγωτό σπίτι της. Είμαστε
κοντά. Με έβλεπε στο δρόμο και μου έλεγε "έλα το απόγευμα να φάμε παγωτό. Λέγαμε τόσα για τις μαθήτριες που είχαν περάσει απο τα χέρια της, όσο και για την πολυτάραχη ζωή της.
... κόλλησα για ποιά θα γράψω ? Για την "δεσποινίδα" Παπαδέδε. Την Σούλα, που της καναμε το βίο πατίνι. Την θυμάμαι μαυροφορεμένη, όταν έχασε τον πατέρα της. Μου είχε κάνει τόση εντύπωση. Πάντα "χάζευα" το ασπρο της δέρμα με το κραγιόν. Με το πένθος, δεν θυμάμαι να ξαναέβαλε κραγιόν.
Την καθηγήτρια των Θρησκευτικών. Εκείνη την κυρία που ξεχνώ το όνομά της μονιμως, γιατί τα διαβόλια την έλεγαν με το παράνομα "απίδω" ή "αχλάδω" στην δημοτική. Ποιός ξέρει απο που και πότε είχε βγεί. Μπορεί να ξέρει η μεγάλη (ε, όχι σαν την ακρόπολη, εξαδέλφη της Ντίνας, που μου το είπε αυθόρμητα ξεφωνίζοντας "απίδωωωωωωωωω")
Μωραίτου. Το θυμήθηκα βλέποντας την φωτό που έχει τραβήξει πρόσφατα η Ρίκα. Κάπου έχω και τις παλιές. Θα τις ποστάρω κι αυτές στο κείμενο.
Δεν θυμάμαι ώρες μαθήματος μαζί της. Ωρες εκδρομών θυμάμαι, απο φωτογραφίες. Αντεεεεε, χαμένο το έχω.
Επίσης θυμάμαι την χαρά μου, όταν την είχα δει προ 20ετίας στο παγκάκι μιας στάσης στους Αμπελόκηπους. Ξεφώνησα........ και τότε και προσπάθησα να της θυμίσω σε ποιά τάξη ήμουν.
Ιωάννα Μαλεφάκη. Ποιά δεν θυμάται την χαρακτηριστική κίνηση να φτιάξει τον κορσέ και το "τσάκ" που ακουγόταν........ Ψηλή και αγέρωχη. Πόσο χρονών να ήταν τότε.
Θυμάστε που μας είχε καλέσει στο σπίτι της. Μια μονοκατοικία με μεγάλο κήπο (που δεν είχε φυτά) με δένδρα και στο μουντόχρωμα καθίσαμε και συζητούσαμε. Εχω την εικόνα, με τα χρώματα, στην δύση του ήλιου. Να μπλέκουν οι ηλιαχτίδες μέσα απο τα δένδρα, με ένα περίεργο χρώμα μπεζουλί που είχε το σπίτι. Πως φύγαμε απο εκεί μετά???????
Η κυρία Μαργαρίτου. Ξεχνώ το μικρό της όνομα. Πως φεύγουν οι πληροφορίες....... Μόνο το γλυκό της βλέμμα θυμάμαι. "Εγραψες για 19 ιστορία στην Γ' Λυκείου" μου είχε πει. "Συμβαίνουν και αυτά" της είχα απαντήσει. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν είχα αντιγράψει. Οχι στην Ιστορία τουλάχιστον.
Μαύρα φορούσε όσο την θυμάμαι. Το γιατί δεν το γνώριζα. Εφυγε, είναι εδώ..... ποιά ξέρει να μου πει.
... έλα, πολλά σας έγραψα. Συγκινήθηκα. άλλη ώρα τα υπόλοιπα.
Κάτω απο το κείμενο, που θα διαβάσετε είμαι σίγουρη, γράφει "σχόλια". Πατήστε και μπείτε και περιμένω.
Τα "μωρά" μου
Με τον όρο "μωρά μου" αποκαλώ συνήθως ότι "γλυκό" και "μικρό".
Απο το πρασινούλι νεραντζάκι, στο δένδρο έξω απο το σπίτι της Αντας και τα στρουμπουλά μωρά που τρέχουν πίσω απο ένα τόπι, ως τα "μεγάλα" μωρά που δεν θα μεγαλώσουν ποτέ.
Σήμερα το πρωί, αναφώνησα το ίδιο και για τα τοσοδούλια αγγουράκια που τα δύο πρώτα, έχουν ξεπεταχτεί και έγιναν όσα το μικρό δακτυλάκι του χεριού μου. Οπως και για τα μικρά τους αδελφάκια 4-5 ακόμη που "έδεσαν" . Με υψωμένο το κεφαλάκι πρωί-πρωί να περιμένουν τον ήλιο να τα θρέψει και λίγες σταγόνες νερό απο την χάρη μου.
Μικρά με αγκαθάκια που στην άκρη, όσο μεγαλώνουν, αποβάλλουν τα αγκαθάκια και γίνονται λεία. Τόσα, τοσοδούλια, χαριτωμένα, με μία βαθυπράσινη απόχρωση. Ευχάριστη πρωϊνή έκπληξη, με τον καφέ.
Οσο για σένα "άπιστε" που ρώταγες 2 και 3 φορές να καταλάβεις αν τα καλλιεργώ στην γλάστρα, ένα έχω να πω. "ναι, στο παρτεράκι μεγαλώνουν και η αγγουριά έχει τυλιχτεί στα κάγκελα της βεράντας και τρέχει. "δένουν τα χρυσούλια μου, το ένα πίσω απο το άλλο και μεγαλώνουν. Χωρίς βοήθεια. Μόνο με νεράκι". "θα γίνουν βιολογικά" κορόϊδεψες. Ε, ναι θα γίνουν αγνά. θα περιμένουμε όλοι να μεγαλώσουν και να σας κάνω το τραπέζι. Μαζί με τις ντοματούλες απο την διπλανή γλάστρα. "τι μέγεθος έχουν αυτές?" αυθαδίασες. Σαν καρπούζι, ήθελα να σου πω "μικρή γροθιά" απάντησα μόνο και γέλασα. Που νομίζεις ότι βρίσκεσαι. Εδώ Κυψέλη. Εδώ γλάστρα.
Για τις προόδους των υπολοίπων σας είπα? δεν σας είπα.
Οι κολοκυθιές δίνουν τόσα πολλά κολοκυθοπούλια, όσα να φάει γεμιστά το στράτευμα. Αρνούνται όμως να δέσουν καρπό. Κάτι που έδεσε, το μετάνοιωσε. Τις κοιτούσα το πρωί που τις πότησα και έχουν πάρει την "τρέχουσα" και πάνε στο περβάζι της βεράντας βόλτα. Δεν τις συμμαζεύει τίποτα. Απο την γειτονιά θα ζητώ τα κολοκύθια μου σε λίγο. "Παντελή, φέρε το κολοκύθι να το κάνουμε γεμιστό", θα καταντήσω. και καλά με τον Παντελή. Με την κινεζούλα τι θα κάνω? Τσιν, κολοκύθι, τσόν, τσάν?"
Λίγο πιό πέρα οι μελιτζάνες του καπετάνιου. Απλωσαν φύλλα, σε ένα βαθύ όμορφο χρώμα και αναμένω να δω τι θα γίνει.
Μην με κοροϊδεύετε εσείς "εξοχόπαιδα". Εδώ είπαμε, κάνω καλλιέργεια στις γλάστρες. Οχι, μαζεύουμε κουκούτσια απο βερύκοκα και κάνουμε παραγωγή στο χώμα. Που να το βρώ το χώμα στην Κυψέλη. Ούτε Θεολόγος είναι, ούτε τίποτα άλλο. Είδε ο Νικάκης τις ντομάτες, κι εγώ που νόμιζα πως του έδειξα τον "ουρανό με τ' άστρα", πέφτω ακόμη απο την απάντησή του. "έχουμε στο Θεολόγο" και προχώρησε παρακάτω.
Είδα κάποιες κατασκευές κήπου, σε βεράντα, αλλά ποιός με γλυτώνει απο την μπουγάδα τις Αννούλας και τα φυτώρια του καπετάνιου. Δεν υπάρχει χώρος για "δύσκολα" πράγματα. Τώρα, πως έχουμε καταφέρει και δεν υπάρχει χώρος σε 40m2 δεν ξέρω.
Τα υπόλοιπα "μωρούλια" φυτώρια δεν σας ενημέρωσα πως πάνε. Παντζάρια, μεγαλώνουν. αλλά τι κόπος αλήθεια χρειάζεται για να μεγαλώσει το φυτωριάκι. Σαν παιδάκι. Υπομονή και φροντίδα. Πω, πω ! τι υπομονή.
1 μήνας και ακόμη να "ξαναβγούνε" τα καρπούζια. Τι δύσκολο..... τα παλιά, θολοπλέουν στο παρτεράκι, υπομονετικά "χώμα πολύ τους έβαλες" φωνάζει ο θαλασσοκηπουρός. Ηξερε και απο "κόντρα γέφυρα" που είχε κήπο........
Μήπως ήξερα πόσο χώμα να βάλω, πως να μεταφυτέψω, πως να καλλιεργήσω τρομάρα μου? Πειράματα και ότι πιάσει. Δεν θα σκάσω. Μία πεπονιά μας αποχαιρέτισε και αυτή, ενώ τα καινούργια, ακόμη να βγούνε. Δεν θα το πω στην θεία Ντίνα γιατί ποιός ξέρει τι θα ακούσω και απο εκεί.
Μεταφύτεψα σε μεγαλύτερο μπώλ παγωτού τα καροτάκια και περιμένουμε....... Ηλιο, θέλουν, σκιά θέλουν, τι θέλουν μήπως ξέρουν να μου πούνε? πειράματα κάνω εγώ, και στου "κασίδη" το κεφάλι καλιεργώ. Και ο μεν "Κασίδης" απο τα Στύρα, δεν έβγαλε ποτέ μαλλιά (μιας και γέρο τον γνώρισα), τα καροτάκια μου έχουν φυλλαράκια, τόσα δούλια μικρούλια. Αυτά τα αναγνώρισα. Τα έχω δει στην λαϊκή !!, γιατί μέχρι να έρθουν σπίτι τα έχουμε πετάξει. Αμε, τι. Είναι νομίζω και τα μόνα που μπορώ να αναγνωρίσω. Με τα παντζαρόφυλλα δεν έχουμε ξανασυστηθεί ποτέ. Το μόνο που μου τα θυμίζει είναι το χρώμα του κορμού του φύλλου............ σώθηκα!!!
Που είμαστε? Α, στους σπόρους καρπουζιού. Επιμένουν να μην θέλουν να βγούνε.
ε, κάποτε θα σκάσουν και θα βγούνε. στο χέρι τους δεν είναι. Περνώ καθημερινά και απο μία γειτονιά και κοιτώ τα καρπούζια που στοιβάζονται τόόόόσα μεγάλα στον μανάβη και σκέπτομαι πόσες ορμόνες θα έχουν για να είναι κιόλας έτοιμα (πρώϊμα??) και μεγάλα........ τι τρώμε..... Μα, δεν γίνεται να είμαστε όλοι αγρότες. Και οι βιολογικές καλλιέργειες είναι λίγες και πανάκριβες. Ας βολευτούμε με ότι βγάλει η γλάστρα να δοκιμάσουμε και μετά....... ας φάμε ότι τρώμε πάντα.
Οι δικές μου μελιτζάνες, αρνούνται πεισματικά να βγούνε.
Καλοκαίρι έρχεται θα φυτέψω κι άλλες. Γιατί αυτές που πήρε ο θαλασσοκηπουρός, μεγαλώνουν και τα σποράκια μου δεν......α, δεν παίζω έτσι.
Εδώ βγάλαμε γλαδιόλες, και αααααααααααααα, βγήκε ντάλια, δεν σας είπα! Βγήκε μία πορτοκαλένια ντάλια τόοοση.
Φωτογραφίες θα σας βγάλω αργότερα. Δεν το ξεχνω, γιατί πρέπει να κάνω αρχείο, αλλά με "τρώει" η παραλία αυτη την εποχή.
ή βεραντο-αγρότισσα ή θαλασσόλυκος, διάλεξε, θα μου πείτε. Δεν μπορώ και τα δύο. Ολα τα μπορώ και όλα τα προλαβαίνω όταν θέλω.
Τα γλαστρονέα μου, εδώ τελειώνουν. Ελπίζω ότι την ερχόμενη εβδομάδα, θα έχουμε ειδήσεις.
Απο το πρασινούλι νεραντζάκι, στο δένδρο έξω απο το σπίτι της Αντας και τα στρουμπουλά μωρά που τρέχουν πίσω απο ένα τόπι, ως τα "μεγάλα" μωρά που δεν θα μεγαλώσουν ποτέ.
Σήμερα το πρωί, αναφώνησα το ίδιο και για τα τοσοδούλια αγγουράκια που τα δύο πρώτα, έχουν ξεπεταχτεί και έγιναν όσα το μικρό δακτυλάκι του χεριού μου. Οπως και για τα μικρά τους αδελφάκια 4-5 ακόμη που "έδεσαν" . Με υψωμένο το κεφαλάκι πρωί-πρωί να περιμένουν τον ήλιο να τα θρέψει και λίγες σταγόνες νερό απο την χάρη μου.
Μικρά με αγκαθάκια που στην άκρη, όσο μεγαλώνουν, αποβάλλουν τα αγκαθάκια και γίνονται λεία. Τόσα, τοσοδούλια, χαριτωμένα, με μία βαθυπράσινη απόχρωση. Ευχάριστη πρωϊνή έκπληξη, με τον καφέ.
Οσο για σένα "άπιστε" που ρώταγες 2 και 3 φορές να καταλάβεις αν τα καλλιεργώ στην γλάστρα, ένα έχω να πω. "ναι, στο παρτεράκι μεγαλώνουν και η αγγουριά έχει τυλιχτεί στα κάγκελα της βεράντας και τρέχει. "δένουν τα χρυσούλια μου, το ένα πίσω απο το άλλο και μεγαλώνουν. Χωρίς βοήθεια. Μόνο με νεράκι". "θα γίνουν βιολογικά" κορόϊδεψες. Ε, ναι θα γίνουν αγνά. θα περιμένουμε όλοι να μεγαλώσουν και να σας κάνω το τραπέζι. Μαζί με τις ντοματούλες απο την διπλανή γλάστρα. "τι μέγεθος έχουν αυτές?" αυθαδίασες. Σαν καρπούζι, ήθελα να σου πω "μικρή γροθιά" απάντησα μόνο και γέλασα. Που νομίζεις ότι βρίσκεσαι. Εδώ Κυψέλη. Εδώ γλάστρα.
Για τις προόδους των υπολοίπων σας είπα? δεν σας είπα.
Οι κολοκυθιές δίνουν τόσα πολλά κολοκυθοπούλια, όσα να φάει γεμιστά το στράτευμα. Αρνούνται όμως να δέσουν καρπό. Κάτι που έδεσε, το μετάνοιωσε. Τις κοιτούσα το πρωί που τις πότησα και έχουν πάρει την "τρέχουσα" και πάνε στο περβάζι της βεράντας βόλτα. Δεν τις συμμαζεύει τίποτα. Απο την γειτονιά θα ζητώ τα κολοκύθια μου σε λίγο. "Παντελή, φέρε το κολοκύθι να το κάνουμε γεμιστό", θα καταντήσω. και καλά με τον Παντελή. Με την κινεζούλα τι θα κάνω? Τσιν, κολοκύθι, τσόν, τσάν?"
Λίγο πιό πέρα οι μελιτζάνες του καπετάνιου. Απλωσαν φύλλα, σε ένα βαθύ όμορφο χρώμα και αναμένω να δω τι θα γίνει.
Μην με κοροϊδεύετε εσείς "εξοχόπαιδα". Εδώ είπαμε, κάνω καλλιέργεια στις γλάστρες. Οχι, μαζεύουμε κουκούτσια απο βερύκοκα και κάνουμε παραγωγή στο χώμα. Που να το βρώ το χώμα στην Κυψέλη. Ούτε Θεολόγος είναι, ούτε τίποτα άλλο. Είδε ο Νικάκης τις ντομάτες, κι εγώ που νόμιζα πως του έδειξα τον "ουρανό με τ' άστρα", πέφτω ακόμη απο την απάντησή του. "έχουμε στο Θεολόγο" και προχώρησε παρακάτω.
Είδα κάποιες κατασκευές κήπου, σε βεράντα, αλλά ποιός με γλυτώνει απο την μπουγάδα τις Αννούλας και τα φυτώρια του καπετάνιου. Δεν υπάρχει χώρος για "δύσκολα" πράγματα. Τώρα, πως έχουμε καταφέρει και δεν υπάρχει χώρος σε 40m2 δεν ξέρω.
Τα υπόλοιπα "μωρούλια" φυτώρια δεν σας ενημέρωσα πως πάνε. Παντζάρια, μεγαλώνουν. αλλά τι κόπος αλήθεια χρειάζεται για να μεγαλώσει το φυτωριάκι. Σαν παιδάκι. Υπομονή και φροντίδα. Πω, πω ! τι υπομονή.
1 μήνας και ακόμη να "ξαναβγούνε" τα καρπούζια. Τι δύσκολο..... τα παλιά, θολοπλέουν στο παρτεράκι, υπομονετικά "χώμα πολύ τους έβαλες" φωνάζει ο θαλασσοκηπουρός. Ηξερε και απο "κόντρα γέφυρα" που είχε κήπο........
Μήπως ήξερα πόσο χώμα να βάλω, πως να μεταφυτέψω, πως να καλλιεργήσω τρομάρα μου? Πειράματα και ότι πιάσει. Δεν θα σκάσω. Μία πεπονιά μας αποχαιρέτισε και αυτή, ενώ τα καινούργια, ακόμη να βγούνε. Δεν θα το πω στην θεία Ντίνα γιατί ποιός ξέρει τι θα ακούσω και απο εκεί.
Μεταφύτεψα σε μεγαλύτερο μπώλ παγωτού τα καροτάκια και περιμένουμε....... Ηλιο, θέλουν, σκιά θέλουν, τι θέλουν μήπως ξέρουν να μου πούνε? πειράματα κάνω εγώ, και στου "κασίδη" το κεφάλι καλιεργώ. Και ο μεν "Κασίδης" απο τα Στύρα, δεν έβγαλε ποτέ μαλλιά (μιας και γέρο τον γνώρισα), τα καροτάκια μου έχουν φυλλαράκια, τόσα δούλια μικρούλια. Αυτά τα αναγνώρισα. Τα έχω δει στην λαϊκή !!, γιατί μέχρι να έρθουν σπίτι τα έχουμε πετάξει. Αμε, τι. Είναι νομίζω και τα μόνα που μπορώ να αναγνωρίσω. Με τα παντζαρόφυλλα δεν έχουμε ξανασυστηθεί ποτέ. Το μόνο που μου τα θυμίζει είναι το χρώμα του κορμού του φύλλου............ σώθηκα!!!
Που είμαστε? Α, στους σπόρους καρπουζιού. Επιμένουν να μην θέλουν να βγούνε.
ε, κάποτε θα σκάσουν και θα βγούνε. στο χέρι τους δεν είναι. Περνώ καθημερινά και απο μία γειτονιά και κοιτώ τα καρπούζια που στοιβάζονται τόόόόσα μεγάλα στον μανάβη και σκέπτομαι πόσες ορμόνες θα έχουν για να είναι κιόλας έτοιμα (πρώϊμα??) και μεγάλα........ τι τρώμε..... Μα, δεν γίνεται να είμαστε όλοι αγρότες. Και οι βιολογικές καλλιέργειες είναι λίγες και πανάκριβες. Ας βολευτούμε με ότι βγάλει η γλάστρα να δοκιμάσουμε και μετά....... ας φάμε ότι τρώμε πάντα.
Οι δικές μου μελιτζάνες, αρνούνται πεισματικά να βγούνε.
Καλοκαίρι έρχεται θα φυτέψω κι άλλες. Γιατί αυτές που πήρε ο θαλασσοκηπουρός, μεγαλώνουν και τα σποράκια μου δεν......α, δεν παίζω έτσι.
Εδώ βγάλαμε γλαδιόλες, και αααααααααααααα, βγήκε ντάλια, δεν σας είπα! Βγήκε μία πορτοκαλένια ντάλια τόοοση.
Φωτογραφίες θα σας βγάλω αργότερα. Δεν το ξεχνω, γιατί πρέπει να κάνω αρχείο, αλλά με "τρώει" η παραλία αυτη την εποχή.
ή βεραντο-αγρότισσα ή θαλασσόλυκος, διάλεξε, θα μου πείτε. Δεν μπορώ και τα δύο. Ολα τα μπορώ και όλα τα προλαβαίνω όταν θέλω.
Τα γλαστρονέα μου, εδώ τελειώνουν. Ελπίζω ότι την ερχόμενη εβδομάδα, θα έχουμε ειδήσεις.
Δευτέρα 11 Ιουνίου 2007
Οι συμμαθητές μου
Οι συμμαθητές μου.
Αυτά τα αξιαγάπητα παιδιά, που δεν με αφήνουν σε ησυχία. Αξίζει όμως να γράψω για αυτή την παρέα. Να γράψω και να τους αφιερώσω εξαιρετικά το κομμάτι.Εκτός από τις "εκθέσεις" μου για τις συγκεντρώσεις μας, καιρός είναι να ασχοληθώ με έναν-έναν ξεχωριστά.
Συμμαθητές όλοι έχετε. Πόσοι είστε σε θέση να πείτε..... "τους βλέπω ακόμη?" όταν ήδη έχει περάσει μία τριακονταετία απο τότε που έχετε να δείτε τους περισσότερους? Επειδή τα αγοράκια (εκείνων των χρόνων), πήγαιναν μαζί και σε Γυμνάσιο, δεν είναι τριάντα τόσα χρόνια. Καλά, ένα λιγότερο...... Μετά?Μετά πέρασε η ζωή και ο καθ' ένας πήρε το δρόμο του. Ως που αυτή η ζουζούνα της παρέας που τόοοοτε, δεν έκανε και παρέα ιδιαίτερα με κάποιον, αποφάσισε το "και δεν τους μαζεύω.....
"Ψυχοθεραπεία πείτε το, ανάγκη για "γύρισμα πίσω" θέλετε να το πείτε, περιέργεια, πείτε το, βάλτε όποιον τίτλο θέλετε. Εγώ ένα ξέρω. Ότι αυτή η παρέα, συναντιέται ακόμη και μετά από 10 χρόνια. Αυτό σημαίνει κάτι.
Μία παιδική φωτογραφία, στο χέρι, η βοήθεια της μαμάς, η βοήθεια της Ελενίτσας, τόσες μνήμες ξεπετάχτηκαν. Η αλυσίδα, άρχισε να δένει. Η αλήθεια είναι πως τα εύσημα ανήκουν στην μαμά κυρίως. Εκείνα τα παλιά χρόνια, έκανε παρέα με όλες τις μαμάδες στην γειτονιά. Ηταν συμμαθήτριες και εκείνες αφού κρατώντας απο το χεράκι τους βλαστούς πρωί και μεσημέρι, χαιρετούσαν η μία την άλλη κι έπιαναν την ψιλοκουβέντα στο δρόμο. Το απόγευμα, η βόλτα στην πλατεία Κυριακού (όταν το επέτρεπε ο καιρός) ήταν απαραίτητη. Πάλι η μία εμπιστευόταν το παιδάκι της στην άλλη, όταν δεν μπορούσε, πάλι παρέες στα κόκκινα παγκάκια και κουβεντούλες. Ηξερε η μαμά πως να βοηθήσει. Θυμήθηκε τόσα πολλά, τόσα ονόματα, τόσες διευθύνσεις, που έδωσε τις κατευθυντήριες γραμμές για να ξεκινήσει η ζουζούνα.
Μετά η Ελενίτσα. Αχώριστες απο την πρώτη δημοτικού και μετά στο Γυμνάσιο, πάλι απο σύμπτωση μαζί. 12 χρόνια πήγαιν' έλα....... πες, πες, πες....... όλα τα είχαν λύσει στο δρόμο. Ολα τα σοβαρά ζητήματα!!!
Η επαφή τα επόμενα χρόνια βοήθησε. Το κλίκ έγινε απο μία συνάντηση με τον Σικόλα. Γιώργη θυμάσαι πως βρεθήκαμε στην πολυκατοικία της πεθεράς σου? Απο εκεί άρχισα να καλλιεργώ την ιδέα της συγκέντρωσης.
Μετά άρχισε η αλυσίδα να συνδέεται. Η Ελενίτσα, ήξερε που θα βρει τον Μιχόπουλο (που έλειπε από την πρώτη συγκέντρωση γιατί ήταν παραμονές του γάμου του), εκείνος ήξερε άλλα τηλέφωνα, μεταξύ των οποίων της Αννας, η οποία είχε το τηλέφωνο του Ευθυμίου, ο οποίος μου έδωσε το τηλέφωνο του Χατζή, εκείνος πάλι είχε επαφή με τους Γιώργηδες, Φράγκο και Χρυσολούρη, με τον Μπάμπη, και στην πορεία θα θυμηθώ και με ποιούς άλλους.
Η φωτογραφία βοηθούσε στο να θυμάμαι ονόματα. Ο κατάλογος θα βοηθούσε άραγε για πιό πέρα?
Τα διδυμάκια πως τα βρήκαμε?
Την Μαιρούλα, την ήξερε ο Σικόλας, απο την τρίτη εξαδέλφη του πεθερού της αδελφής της κουμπάρας, μέσω της οποίας ειδοποιήθηκε και την είδαμε στην πρώτη συγκέντρωση!!!
Η Λίλα? Πως βρήκαμε την Λίλα? επεισοδιακά. Κάποιος (συγνώμη δεν μπορώ να θυμηθώ ποιός) μου είπε ότι δούλευε στην πλατεία σε κάποιο μαγαζί. Ε, μια γύρα, όλοι γνωστοί μου. Πήρα το κατάστημα και ζήτησα να με καθοδηγήσουν. Τσούπ, ξετρύπωσα την Λίλα. Το πως βρέθηκαν όμως κάποιοι, δεν λησμονιέται.
Αποφάσισα η ζουζούνα, να πάρω τηλέφωνο σε ένα επίθετο που μπορεί να έπεφτα επάνω στον Λεωνίδα. Δεν ήταν Παπαδόπουλος. Πόσοι θα ήταν 4-5-6? Βρήκα μία ευγενική κυρία, που αφού άκουσε με προσοχή διότι υπήρχε και "κασέτα""Καλησπέρα σας, με συγχωρείτε που ενοχλώ (μου θύμιζα ζητιανάκι στο τρένο). Λέγομαι έτσι, ζητώ τον/την τάδε που είναι τόσο χρονώ, που έμενε στην Πλ. Κυριακού, που έχει τελειώσει το 32ο Δημοτικό τότε." "Ετσι που μου τα λέτε, είπε η γυναίκα (όπως έμαθα ύστερα) του Λεωνίδα.... έτσι είναι. να σας πάρει αύριο γιατί λείπει........""ΛΕΙΠΕΙΕΙΕΙΕΙΕΙ? και που τον αφήνεις κυρά μου και λείπει Κυριακάτικα. Τώρα που χρειάζομαι να μιλήσω να δω αν είναι αυτός...." σκέψη που δεν εκφράστηκε βέβαια, όμως η χαρά, διαδεχόταν μία υποψία απογοήτευσης και πάλι απο την αρχή.
"Θα πάρει αύριο". Αυτές οι ατελείωτες ώρες ως να πάρει ο ενδιαφερόμενος........... αιώνας.Εδώ πρέπει να πω, ότι είχε αρχίσει να γίνεται παιγνίδι, κάθε τηλεφώνημα. Πίσω απο κάθε έκπληκτο υπήρχε μία θετική απάντηση. Ολο και εύρισκε η ζουζούνα, και μεγάλωνε ο κατάλογος.
Και κάθε φορά που άκουγα το "δεν σε θυμάμαι", έπρεπε να κατευνάσω τον πανικό της φωνής να πω "δεν πειράζει, δεν έχω απαίτηση». Το εννοώ. Δεν περίμενα να με θυμάται κανείς.
Αλλωστε μόνη της η ζουζούνα, επιβίωνε στην άκρη, χωρίς παρέες. Με "σημαία δική της" όπως έλεγε η μαμά, έδινα σημασία με το ζόρι σε άλλα παιδάκια. Πως έφθασα να γίνω κοινωνικότατη..............απορίας άξιον.
Οφείλω και ένα μεγάλο ευχαριστώ – από αυτά που θυμάμαι ότι χρωστώ – γιατί ποτέ δεν περίμενα ότι ο Μπένυ και ο Βαγγέλης θα με θυμόνταν! Περίμενα από άλλους, αλλά δεν παρεξηγώ κανέναν. Ολους σας αγαπώ και το ξέρετε.
Παραδρόμισα.
Την επόμενη ημέρα λοιπόν ημέρα (από το τηλεφώνημα και την συνομιλία με την γυναίκα του Λεωνίδα), προς το μεσημέρι, ζητά την ζουζούνα κάποιος, που αφού βεβαιώνεται πως μιλά στην ίδια, λέει "κρατώ μία φωτογραφία απο την Δ δημοτικού. Ποιό κοριτσάκι είσαι?????"……………………
Ελιωσα. Δεν υπάρχει άλλη λέξη να περιγράψω το πως ένοιωσα. Δεν νομίζω πως υπήρξε «γλυκύτερη» αντιμετώπιση. Ευχαριστώ Λεωνίδα.
Αλλο ένα απο τα τηλεφωνήματα εκείνου του καιρού ήταν στην μαμά του Τάκη. Καταχάρηκε, θυμήθηκε το κοριτσάκι που ο μπαμπάς του ταξίδευε και ήρθε η ώρα να δώσει της συστάσεις για τον γιόκα της. « Όμως είναι παντρεμένος. Θα σου δώσω το τηλέφωνο του γραφείου.». Αιώνιες μανάδες.
Συγκρατημένη αισιοδοξία για τον Τάκη, αμηχανία, δεν ξέρω τι απο όλα. Απο τους πρώτους και καλύτερους με λίγες απουσίες όμως όλα αυτά τα 10 χρόνια. Ο Τάκης, έφερε τον Πάνο. Δεν ήξερα που να τον βρώ ομολογώ. Θυμάσαι Πάνο, που σε τιμώρησα??? Που δεν σε ειδοποίησα, σε συγκέντρωση, γιατί δεν είχες δώσει «σημαία ζωής» «θάρθω, δεν θάρθω» και δεν σε εύρισκα σε κάποια?
Τις δίδυμες, πως τις βρήκαμε????? Αδυνατώ να θυμηθώ. Το θέμα είναι πως τις βρήκαμε απο την πρώτη φορά. Ας μου θυμίσει κάποιος πως.
Την πρώτη τηλεφωνική επαφή με τον Μπένυ, αμυδρά την θυμάμαι. Να με συγχωρείς αλλά ούτε το τηλέφωνό σου, δεν θυμάμαι πως βρήκα. Μάλλον από τον Μιχόπουλο. Ναι, είναι ο μόνος συνδετικός κρίκος, που μπορώ να φανταστώ. Αλλά, δεν λέγεσαι και Παπαδόπουλος, μπορεί να άνοιξα και τον τηλ. Κατάλογο. Μεγάλος ενθουσιασμός, είναι το μόνο που μου έχει μείνει, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ λεπτομέρειες. Συγνώμη Μπένυ μου. Θυμάμαι όλα τα υπόλοιπα όμως και πιστεύω ότι σε αποζημιώνω.
Ο ένας με τον άλλο, σε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία, μέρες ολόκληρες, μέχρι την πολυπόθητη συνάντηση. «ποιόν βρήκες, ποιόν βρήκα, ποιος θάρθει, ποιος είναι εδώ» «τι σου είπε ο τάδε» «η δείνα, βρέθηκε»….. ατελείωτες ώρες……Λες και είμαστε φίλοι από χρόνια. Λες και δεν είχαν περάσει……….. 25 χρόνια.
Το Κώστα, τον βρήκα μέσω της αδελφής του. Εκείνη μου έδωσε «γραμμή πλεύσης» και τον ανακάλυψα. Ηρθε ο Κώστας, κάθισε στο σημείο που είχαμε διαλέξει και μας κοιτούσε χωρίς να μιλά «είμαι του μαγαζιού» έλεγε το πειραχτήρι, μέχρι που τον ανακάλυψε κάποιος που δεν θυμάμαι ποιος ήταν.
Η Κική, είχε το τηλέφωνο στο όνομά της. Ετσι αν και παντρεμένη, τι χαρά, την βρήκα εύκολα. Δυό βήματα, γειτόνισσες και να μην την εύρισκα. Και ας ήταν μαζί με την επόμενη από τα παιδιά που δεν είχαμε τελειώσει μαζί ως την ΣΤ’.
Της Μουχταρίδου το τηλέφωνο το βρήκα μέσω της μαμάς της.
Τον Δικαίο, προφανώς από τον κατάλογο (μέσα στην έκπληξη !!! αλλά ηρθε) το ίδιο και τον Μπιργάλια (ήταν τόσο εύκολο), ο οποίος έφερε τον Χλέπα (κουμπάροι γαρ). Κι ας μην το ξαναείδαμε από τότε. Ούτε τον έναν, ούτε τον άλλον. Κολλητικό είναι με τους κουμπάρους??? Για να το εξετάσουμε. Σε ποια, «κουμπαροασθένεια» οφείλεται η ταυτόχρονη απουσία τους !!!!
Ο Τάκης (πολύτιμος βοηθός και συμπαραστάτης όλα αυτά τα χρόνια) μου έδωσε γραμμή πώς να βρώ τον Αχιλλέα.
Την Κατερίνα με την μακριά ξανθιά κοτσίδα που της τραβούσε ο Μπένυ, την βρήκε η Ελενίτσα. Η μαμά της Ελενίτσας συγκεκριμένα.
Οι Σταύρος Βασιλόπουλος, Δημήτρης Ευθυμίου, Γιώργος Φράγκος (άλλο ένα ευχαριστώ για την «εμπιστοσύνη» όλα αυτά τα χρόνια, ψηλέ που όταν ήμουν μικρή «φάνταζες» στα μάτια μου, σαν κι εγώ δεν ξέρω τι και έτρεφα ιδιαίτερα αισθήματα για σένα – καιρός να το μάθεις!), Γιώργος Χρυσολούρης, Γιώργος Κιουμεντζόγλου και Μπάμπης Φωτόπουλος, χρεώνονται στον Νίκο.
Ο πλέον «άπιστος» από όλους ο Νίκος. Όχι «ποιος Νίκος!!!» Ο γνωστός Χατζής, που ήθελε να με δει, πριν την συγκέντρωση. Μάάάάλιστα Νίκο να με δεις…… Σας χάλασα εγώ χατίρι ποτέ? ΠΟΤΕ, από όσο θυμάμαι. Πως θα μου έδινε άλλωστε τα τηλέφωνα τόσων «γνωστών-αγνώστων», χωρίς να με ξέρει…….Μετά που με έμαθες Νίκο?. Πέρασα τις εξετάσεις? Από τις αλησμόνητες στιγμές με τον Νίκο, τότε που γέλαγε ένα ολόκληρο βράδυ περιγράφοντάς μου, μία «χαριτωμένη ατυχία του». Να γελάς, σου πάει……..
Ο Αχιλλέας, μετά την πρώτη συγκέντρωση χάθηκε. Αφηνα μηνύματα αλλά δεν τον βλέπαμε. Ως που κάποτε πηγαίνοντας για φαγητό σ’ ένα από τα μαγαζιά του, συμπτωματικώς χωρίς να το ξέρω, τον είδα μπροστά μου. Ζήτησα να τον ειδοποιήσουν, να του πω μια καλησπέρα. Τον έβλεπα στο βάθος, με το κινητό στο χέρι ώρα να πηγαινοέρχεται και να μιλά. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη, όταν του έτεινα το χέρι και συστηνόμενη μου απάντησε «Ξέρω ποια εισαι, σε θυμάμαι» (ευχαριστώ πολύ-πολύ). Με θυμόταν, αφού είχε να με δει 4-5 χρόνια από το 1997!!! Ε, αυτό πιά. Από εκείνη την στιγμή, έρχεται ακόμη και για μια ώρα. Δεν έχουμε απαίτηση για περισσότερο, γιατι όλοι ξέρουμε πως η δουλειά του, δεν του αφήνει περιθώρια.
Και ήρθε η … ευλογημένη ώρα της πρώτης συγκέντρωσης. Περιέργεια, χαρά, απορίες, τόσοι γνωστοί-άγνωστοι………..Και πέρασε.
Και ξανάρθαν και άλλες. Και μαζί και οι πληροφορίες βροχή. Ο Κολοβός έπεσε επάνω στον Κιουμεντζόγλου « ξέρεις», μου είπε ο Γιώργος, «ήρθε στο γραφείο ο Γιάννης, να πάρει αυτοκίνητο και ανακαλύψαμε ότι είμαστε συμμαθητες!!!». Από το «χεράκι» έρχεται ο Γιάννης, διότι σπάνια του το επιτρέπουν οι υποχρεώσεις του, αλλά «γείτονα» Γιάννη, παρ’ ότι δεν ήσουν μαζί μας όλα τα χρόνια, ξέρεις πως λογίζεσαι στους αγαπημένους μας και όπως δηλώνεις περνάς καλά μαζί μας.
Ο Γιώργος Φράγκος, είχε επαφές με τον Γιώργο Μαλάμη, του οποίου δεν κεντρίσαμε αρκετά την περιέργειά. Ηρθε μία φορά μόνο. Εμείς τον αγαπάμε, όπως όλους άλλωστε και ας μην τον βλέπουμε. Τον Χαροκόπο, δεν τον «καταφέραμε» ούτε αυτόν, αλλά ήρθε ο Γεράσιμος από τον Βόλο, προς μεγάλη χαρά όλων μας. Και ήρθε και ξανάρθε. Σαν να έμενε δίπλα μας. Από τον Βόλο…….. και δεν φτάνει που έρχεται. Μας ξεσηκώνει κάθε φορά. «να έρθετε να σας δω», λες νάταν ο Βόλος δίπλα. και ζητά να μαθαίνει πάντα, τις συγκεντρώσεις μας.
Μετά η Αννίτα, απογαλάκτισε το μωρό και μπόρεσε να βρει ώρα να μας δει.
Τι χαρές ανύποτες, ήταν αυτές σε κάθε νέα συνάντηση. Κάθε βραδιά, έκρυβε και μία έκπληξη. Κάθε νέα βραδιά έκρυβε και κάποιον. Κάποιον που έπρεπε να τον γνωρίσουμε από την αρχή.
Ε, μην μου πείτε ότι δεν κυριαρχούσε η έκπληξη, η συγκίνηση, η περιέργεια και οι απορίες.
Σιγά σιγά και σε διάρκεια 9 ετών και ποιόν δεν βρήκαμε. Τον Φάνη, που ένα ευχαριστώ δεν φτάνει, γιατί σε κάθε τηλεφώνημά μου, ξέρω πως θα απαντήσει στερεότυπα «μετά το μάθημα θάρθω να σας δω». Φθάνει καθυστερημένος, όμως έρχεται.
Τον Καμηλάκη στον Βόλο. Επεσε πάνω του ο Γεράσιμος. Μόνο τα βουνά δεν σμίγουν, τελικά.
Και ψάξε, ψάξε, ανακάλυψα τον Γιαρέλη στην Πάτρα…… Υστερα πήγε ο Λεωνίδας και τον είδε. Εμείς πότε???
Βρήκαμε και την Δήμητρα, προσωπική "επιτυχία" του Σικόλα, που ήταν τόσο κοντά μας στην πλατεία Βικτωρίας – από τους λίγους, που δεν μετακινήθηκαν, αλλά αργήσαμε να την βρούμε.
Και την Χρυσάνθη, που μένει δύο βήματα από το σπίτι μου.
Και την Τζίνα, που πέρασαν χρόνια όμως την ανακαλύψαμε. Πήρε λίγη περιήγηση στο λεκανοπέδιο, να την βρώ, αλλά που θα μου πήγαινε!!!
Την Ελενίτσα την Γουρνέλου, στην Μυτιλήνη….., ε τι ήταν κι αυτό πιά. Επεσε «πάνω» στην Μαίρη στα καλά καθούμενα.
Και την Ρούλα. Την Ρούλα με τα αραιά δοντάκια, που δεν μπορούσε να πιστέψει τις της έλεγα, όταν την πήρα πρώτη φορά.
Ξέρετε, κάθε φορά σε περιόδους μη συγκεντρώσεων, που βλέπω να χτυπά ένα τηλέφωνό σας, ξέρω πως κάποιον έχουμε βρει ακόμη.
Με την χαρά του «βρήκα ακόμη έναν» έχουμε γίνει πάρα πολλοί. Ακόμη και αν δεν «καταφέραμε» να δούμε τον Σταύρο, τον Βαγγέλη, τον Θόδωρο, «τους ντροπαλούς»…….. Δεν είναι ανυπόμονα αυτά τα παιδιά.
Την Κική δεν είδαμε πολλές φορές, τον Σπύρο διόλου, που είναι «κοντά και μακριά» μας, τους συζητάμε όμως. Βρίσκονται δίπλα μας και ας μην είναι.
Και η Σοφία, και ο Παναγιώτης και ο Μανώλης, που δεν έχουμε βρει.
Α, μου φαίνεται πως θα σας πιάσω από το χέρι την άλλη φορά εσάς που δεν έχουμε δει, έχουμε
βρει όμως. Θα σας πάρω από το χέρι να σας φέρω στην επόμενη συγκέντρωση.
Την επόμενη συγκέντρωση< που έχουμε όνειρο με τον Λεωνίδα (αχώριστο "σύντροφο και συμπαραστάτη" στις συγκεντρώσεις και του οφείλω πολλά).
Να βρεθούμε ΟΛΟΙ. Ολοι μαζί όπως τότε στην τάξη.
Λείπουν οι δάσκαλοι. Ε, άλλοι είναι πολύ ηλικιωμένοι, που δεν επιτρέπεται να συγκινηθούν, άλλοι έφυγαν…….. αναπόφευκτα. Πήραν μαζί γονείς, παιδιά, αγαπημένους.
Όμως στα τόσα χρόνια, είχαμε παντριές και γεννητούρια. Μαθητικές επιτυχίες παιδιών, που έγιναν των ανωτέρων και ανωτάτων σχολών, άλλα πρωτοπήγαν στο Δημοτικό, άλλοι πήγαν φαντάροι………. Και προχωράμε.
Τι να πρωτοθυμηθώ από τις συναντήσεις. Πρέπει να γράψω τόμο. Θα τον γράψω, παιδιά, κάποτε στην σύνταξη. Προς το παρόν, ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους. Ένα ευχαριστώ για την απουσία μου (που κι αυτή την ανεχτήκατε) στην τελευταία συγκέντρωση.
Ξέρω πως είναι η παρέα που δεν παρεξηγεί. Είναι η παρέα – μα τι άλλη λέξη να χρησιμοποιήσω- που ενώ βρισκόμαστε μια στο τόσο, η οικειότητα είναι αυτή που μας ενώνει.
Εύχομαι σε όλους τα καλύτερα και σε άλλους, να μας ακολουθήσουν. Και πιστέψτε με, δεν είναι λίγοι που ξέρω και που τόσα χρόνια με τον ενθουσιασμό μου τους έχω παρακινήσει να κάνουν το ίδιο.
Και περνάνε καλά και αυτοί, όπως κι εμείς.
Σας "προκαλώ" να γράψετε τα σχόλιά σας και να κάνουμε ένα blog δικό μας.
Αυτά τα αξιαγάπητα παιδιά, που δεν με αφήνουν σε ησυχία. Αξίζει όμως να γράψω για αυτή την παρέα. Να γράψω και να τους αφιερώσω εξαιρετικά το κομμάτι.Εκτός από τις "εκθέσεις" μου για τις συγκεντρώσεις μας, καιρός είναι να ασχοληθώ με έναν-έναν ξεχωριστά.
Συμμαθητές όλοι έχετε. Πόσοι είστε σε θέση να πείτε..... "τους βλέπω ακόμη?" όταν ήδη έχει περάσει μία τριακονταετία απο τότε που έχετε να δείτε τους περισσότερους? Επειδή τα αγοράκια (εκείνων των χρόνων), πήγαιναν μαζί και σε Γυμνάσιο, δεν είναι τριάντα τόσα χρόνια. Καλά, ένα λιγότερο...... Μετά?Μετά πέρασε η ζωή και ο καθ' ένας πήρε το δρόμο του. Ως που αυτή η ζουζούνα της παρέας που τόοοοτε, δεν έκανε και παρέα ιδιαίτερα με κάποιον, αποφάσισε το "και δεν τους μαζεύω.....
"Ψυχοθεραπεία πείτε το, ανάγκη για "γύρισμα πίσω" θέλετε να το πείτε, περιέργεια, πείτε το, βάλτε όποιον τίτλο θέλετε. Εγώ ένα ξέρω. Ότι αυτή η παρέα, συναντιέται ακόμη και μετά από 10 χρόνια. Αυτό σημαίνει κάτι.
Μία παιδική φωτογραφία, στο χέρι, η βοήθεια της μαμάς, η βοήθεια της Ελενίτσας, τόσες μνήμες ξεπετάχτηκαν. Η αλυσίδα, άρχισε να δένει. Η αλήθεια είναι πως τα εύσημα ανήκουν στην μαμά κυρίως. Εκείνα τα παλιά χρόνια, έκανε παρέα με όλες τις μαμάδες στην γειτονιά. Ηταν συμμαθήτριες και εκείνες αφού κρατώντας απο το χεράκι τους βλαστούς πρωί και μεσημέρι, χαιρετούσαν η μία την άλλη κι έπιαναν την ψιλοκουβέντα στο δρόμο. Το απόγευμα, η βόλτα στην πλατεία Κυριακού (όταν το επέτρεπε ο καιρός) ήταν απαραίτητη. Πάλι η μία εμπιστευόταν το παιδάκι της στην άλλη, όταν δεν μπορούσε, πάλι παρέες στα κόκκινα παγκάκια και κουβεντούλες. Ηξερε η μαμά πως να βοηθήσει. Θυμήθηκε τόσα πολλά, τόσα ονόματα, τόσες διευθύνσεις, που έδωσε τις κατευθυντήριες γραμμές για να ξεκινήσει η ζουζούνα.
Μετά η Ελενίτσα. Αχώριστες απο την πρώτη δημοτικού και μετά στο Γυμνάσιο, πάλι απο σύμπτωση μαζί. 12 χρόνια πήγαιν' έλα....... πες, πες, πες....... όλα τα είχαν λύσει στο δρόμο. Ολα τα σοβαρά ζητήματα!!!
Η επαφή τα επόμενα χρόνια βοήθησε. Το κλίκ έγινε απο μία συνάντηση με τον Σικόλα. Γιώργη θυμάσαι πως βρεθήκαμε στην πολυκατοικία της πεθεράς σου? Απο εκεί άρχισα να καλλιεργώ την ιδέα της συγκέντρωσης.
Μετά άρχισε η αλυσίδα να συνδέεται. Η Ελενίτσα, ήξερε που θα βρει τον Μιχόπουλο (που έλειπε από την πρώτη συγκέντρωση γιατί ήταν παραμονές του γάμου του), εκείνος ήξερε άλλα τηλέφωνα, μεταξύ των οποίων της Αννας, η οποία είχε το τηλέφωνο του Ευθυμίου, ο οποίος μου έδωσε το τηλέφωνο του Χατζή, εκείνος πάλι είχε επαφή με τους Γιώργηδες, Φράγκο και Χρυσολούρη, με τον Μπάμπη, και στην πορεία θα θυμηθώ και με ποιούς άλλους.
Η φωτογραφία βοηθούσε στο να θυμάμαι ονόματα. Ο κατάλογος θα βοηθούσε άραγε για πιό πέρα?
Τα διδυμάκια πως τα βρήκαμε?
Την Μαιρούλα, την ήξερε ο Σικόλας, απο την τρίτη εξαδέλφη του πεθερού της αδελφής της κουμπάρας, μέσω της οποίας ειδοποιήθηκε και την είδαμε στην πρώτη συγκέντρωση!!!
Η Λίλα? Πως βρήκαμε την Λίλα? επεισοδιακά. Κάποιος (συγνώμη δεν μπορώ να θυμηθώ ποιός) μου είπε ότι δούλευε στην πλατεία σε κάποιο μαγαζί. Ε, μια γύρα, όλοι γνωστοί μου. Πήρα το κατάστημα και ζήτησα να με καθοδηγήσουν. Τσούπ, ξετρύπωσα την Λίλα. Το πως βρέθηκαν όμως κάποιοι, δεν λησμονιέται.
Αποφάσισα η ζουζούνα, να πάρω τηλέφωνο σε ένα επίθετο που μπορεί να έπεφτα επάνω στον Λεωνίδα. Δεν ήταν Παπαδόπουλος. Πόσοι θα ήταν 4-5-6? Βρήκα μία ευγενική κυρία, που αφού άκουσε με προσοχή διότι υπήρχε και "κασέτα""Καλησπέρα σας, με συγχωρείτε που ενοχλώ (μου θύμιζα ζητιανάκι στο τρένο). Λέγομαι έτσι, ζητώ τον/την τάδε που είναι τόσο χρονώ, που έμενε στην Πλ. Κυριακού, που έχει τελειώσει το 32ο Δημοτικό τότε." "Ετσι που μου τα λέτε, είπε η γυναίκα (όπως έμαθα ύστερα) του Λεωνίδα.... έτσι είναι. να σας πάρει αύριο γιατί λείπει........""ΛΕΙΠΕΙΕΙΕΙΕΙΕΙ? και που τον αφήνεις κυρά μου και λείπει Κυριακάτικα. Τώρα που χρειάζομαι να μιλήσω να δω αν είναι αυτός...." σκέψη που δεν εκφράστηκε βέβαια, όμως η χαρά, διαδεχόταν μία υποψία απογοήτευσης και πάλι απο την αρχή.
"Θα πάρει αύριο". Αυτές οι ατελείωτες ώρες ως να πάρει ο ενδιαφερόμενος........... αιώνας.Εδώ πρέπει να πω, ότι είχε αρχίσει να γίνεται παιγνίδι, κάθε τηλεφώνημα. Πίσω απο κάθε έκπληκτο υπήρχε μία θετική απάντηση. Ολο και εύρισκε η ζουζούνα, και μεγάλωνε ο κατάλογος.
Και κάθε φορά που άκουγα το "δεν σε θυμάμαι", έπρεπε να κατευνάσω τον πανικό της φωνής να πω "δεν πειράζει, δεν έχω απαίτηση». Το εννοώ. Δεν περίμενα να με θυμάται κανείς.
Αλλωστε μόνη της η ζουζούνα, επιβίωνε στην άκρη, χωρίς παρέες. Με "σημαία δική της" όπως έλεγε η μαμά, έδινα σημασία με το ζόρι σε άλλα παιδάκια. Πως έφθασα να γίνω κοινωνικότατη..............απορίας άξιον.
Οφείλω και ένα μεγάλο ευχαριστώ – από αυτά που θυμάμαι ότι χρωστώ – γιατί ποτέ δεν περίμενα ότι ο Μπένυ και ο Βαγγέλης θα με θυμόνταν! Περίμενα από άλλους, αλλά δεν παρεξηγώ κανέναν. Ολους σας αγαπώ και το ξέρετε.
Παραδρόμισα.
Την επόμενη ημέρα λοιπόν ημέρα (από το τηλεφώνημα και την συνομιλία με την γυναίκα του Λεωνίδα), προς το μεσημέρι, ζητά την ζουζούνα κάποιος, που αφού βεβαιώνεται πως μιλά στην ίδια, λέει "κρατώ μία φωτογραφία απο την Δ δημοτικού. Ποιό κοριτσάκι είσαι?????"……………………
Ελιωσα. Δεν υπάρχει άλλη λέξη να περιγράψω το πως ένοιωσα. Δεν νομίζω πως υπήρξε «γλυκύτερη» αντιμετώπιση. Ευχαριστώ Λεωνίδα.
Αλλο ένα απο τα τηλεφωνήματα εκείνου του καιρού ήταν στην μαμά του Τάκη. Καταχάρηκε, θυμήθηκε το κοριτσάκι που ο μπαμπάς του ταξίδευε και ήρθε η ώρα να δώσει της συστάσεις για τον γιόκα της. « Όμως είναι παντρεμένος. Θα σου δώσω το τηλέφωνο του γραφείου.». Αιώνιες μανάδες.
Συγκρατημένη αισιοδοξία για τον Τάκη, αμηχανία, δεν ξέρω τι απο όλα. Απο τους πρώτους και καλύτερους με λίγες απουσίες όμως όλα αυτά τα 10 χρόνια. Ο Τάκης, έφερε τον Πάνο. Δεν ήξερα που να τον βρώ ομολογώ. Θυμάσαι Πάνο, που σε τιμώρησα??? Που δεν σε ειδοποίησα, σε συγκέντρωση, γιατί δεν είχες δώσει «σημαία ζωής» «θάρθω, δεν θάρθω» και δεν σε εύρισκα σε κάποια?
Τις δίδυμες, πως τις βρήκαμε????? Αδυνατώ να θυμηθώ. Το θέμα είναι πως τις βρήκαμε απο την πρώτη φορά. Ας μου θυμίσει κάποιος πως.
Την πρώτη τηλεφωνική επαφή με τον Μπένυ, αμυδρά την θυμάμαι. Να με συγχωρείς αλλά ούτε το τηλέφωνό σου, δεν θυμάμαι πως βρήκα. Μάλλον από τον Μιχόπουλο. Ναι, είναι ο μόνος συνδετικός κρίκος, που μπορώ να φανταστώ. Αλλά, δεν λέγεσαι και Παπαδόπουλος, μπορεί να άνοιξα και τον τηλ. Κατάλογο. Μεγάλος ενθουσιασμός, είναι το μόνο που μου έχει μείνει, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ λεπτομέρειες. Συγνώμη Μπένυ μου. Θυμάμαι όλα τα υπόλοιπα όμως και πιστεύω ότι σε αποζημιώνω.
Ο ένας με τον άλλο, σε συνεχή τηλεφωνική επικοινωνία, μέρες ολόκληρες, μέχρι την πολυπόθητη συνάντηση. «ποιόν βρήκες, ποιόν βρήκα, ποιος θάρθει, ποιος είναι εδώ» «τι σου είπε ο τάδε» «η δείνα, βρέθηκε»….. ατελείωτες ώρες……Λες και είμαστε φίλοι από χρόνια. Λες και δεν είχαν περάσει……….. 25 χρόνια.
Το Κώστα, τον βρήκα μέσω της αδελφής του. Εκείνη μου έδωσε «γραμμή πλεύσης» και τον ανακάλυψα. Ηρθε ο Κώστας, κάθισε στο σημείο που είχαμε διαλέξει και μας κοιτούσε χωρίς να μιλά «είμαι του μαγαζιού» έλεγε το πειραχτήρι, μέχρι που τον ανακάλυψε κάποιος που δεν θυμάμαι ποιος ήταν.
Η Κική, είχε το τηλέφωνο στο όνομά της. Ετσι αν και παντρεμένη, τι χαρά, την βρήκα εύκολα. Δυό βήματα, γειτόνισσες και να μην την εύρισκα. Και ας ήταν μαζί με την επόμενη από τα παιδιά που δεν είχαμε τελειώσει μαζί ως την ΣΤ’.
Της Μουχταρίδου το τηλέφωνο το βρήκα μέσω της μαμάς της.
Τον Δικαίο, προφανώς από τον κατάλογο (μέσα στην έκπληξη !!! αλλά ηρθε) το ίδιο και τον Μπιργάλια (ήταν τόσο εύκολο), ο οποίος έφερε τον Χλέπα (κουμπάροι γαρ). Κι ας μην το ξαναείδαμε από τότε. Ούτε τον έναν, ούτε τον άλλον. Κολλητικό είναι με τους κουμπάρους??? Για να το εξετάσουμε. Σε ποια, «κουμπαροασθένεια» οφείλεται η ταυτόχρονη απουσία τους !!!!
Ο Τάκης (πολύτιμος βοηθός και συμπαραστάτης όλα αυτά τα χρόνια) μου έδωσε γραμμή πώς να βρώ τον Αχιλλέα.
Την Κατερίνα με την μακριά ξανθιά κοτσίδα που της τραβούσε ο Μπένυ, την βρήκε η Ελενίτσα. Η μαμά της Ελενίτσας συγκεκριμένα.
Οι Σταύρος Βασιλόπουλος, Δημήτρης Ευθυμίου, Γιώργος Φράγκος (άλλο ένα ευχαριστώ για την «εμπιστοσύνη» όλα αυτά τα χρόνια, ψηλέ που όταν ήμουν μικρή «φάνταζες» στα μάτια μου, σαν κι εγώ δεν ξέρω τι και έτρεφα ιδιαίτερα αισθήματα για σένα – καιρός να το μάθεις!), Γιώργος Χρυσολούρης, Γιώργος Κιουμεντζόγλου και Μπάμπης Φωτόπουλος, χρεώνονται στον Νίκο.
Ο πλέον «άπιστος» από όλους ο Νίκος. Όχι «ποιος Νίκος!!!» Ο γνωστός Χατζής, που ήθελε να με δει, πριν την συγκέντρωση. Μάάάάλιστα Νίκο να με δεις…… Σας χάλασα εγώ χατίρι ποτέ? ΠΟΤΕ, από όσο θυμάμαι. Πως θα μου έδινε άλλωστε τα τηλέφωνα τόσων «γνωστών-αγνώστων», χωρίς να με ξέρει…….Μετά που με έμαθες Νίκο?. Πέρασα τις εξετάσεις? Από τις αλησμόνητες στιγμές με τον Νίκο, τότε που γέλαγε ένα ολόκληρο βράδυ περιγράφοντάς μου, μία «χαριτωμένη ατυχία του». Να γελάς, σου πάει……..
Ο Αχιλλέας, μετά την πρώτη συγκέντρωση χάθηκε. Αφηνα μηνύματα αλλά δεν τον βλέπαμε. Ως που κάποτε πηγαίνοντας για φαγητό σ’ ένα από τα μαγαζιά του, συμπτωματικώς χωρίς να το ξέρω, τον είδα μπροστά μου. Ζήτησα να τον ειδοποιήσουν, να του πω μια καλησπέρα. Τον έβλεπα στο βάθος, με το κινητό στο χέρι ώρα να πηγαινοέρχεται και να μιλά. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη, όταν του έτεινα το χέρι και συστηνόμενη μου απάντησε «Ξέρω ποια εισαι, σε θυμάμαι» (ευχαριστώ πολύ-πολύ). Με θυμόταν, αφού είχε να με δει 4-5 χρόνια από το 1997!!! Ε, αυτό πιά. Από εκείνη την στιγμή, έρχεται ακόμη και για μια ώρα. Δεν έχουμε απαίτηση για περισσότερο, γιατι όλοι ξέρουμε πως η δουλειά του, δεν του αφήνει περιθώρια.
Και ήρθε η … ευλογημένη ώρα της πρώτης συγκέντρωσης. Περιέργεια, χαρά, απορίες, τόσοι γνωστοί-άγνωστοι………..Και πέρασε.
Και ξανάρθαν και άλλες. Και μαζί και οι πληροφορίες βροχή. Ο Κολοβός έπεσε επάνω στον Κιουμεντζόγλου « ξέρεις», μου είπε ο Γιώργος, «ήρθε στο γραφείο ο Γιάννης, να πάρει αυτοκίνητο και ανακαλύψαμε ότι είμαστε συμμαθητες!!!». Από το «χεράκι» έρχεται ο Γιάννης, διότι σπάνια του το επιτρέπουν οι υποχρεώσεις του, αλλά «γείτονα» Γιάννη, παρ’ ότι δεν ήσουν μαζί μας όλα τα χρόνια, ξέρεις πως λογίζεσαι στους αγαπημένους μας και όπως δηλώνεις περνάς καλά μαζί μας.
Ο Γιώργος Φράγκος, είχε επαφές με τον Γιώργο Μαλάμη, του οποίου δεν κεντρίσαμε αρκετά την περιέργειά. Ηρθε μία φορά μόνο. Εμείς τον αγαπάμε, όπως όλους άλλωστε και ας μην τον βλέπουμε. Τον Χαροκόπο, δεν τον «καταφέραμε» ούτε αυτόν, αλλά ήρθε ο Γεράσιμος από τον Βόλο, προς μεγάλη χαρά όλων μας. Και ήρθε και ξανάρθε. Σαν να έμενε δίπλα μας. Από τον Βόλο…….. και δεν φτάνει που έρχεται. Μας ξεσηκώνει κάθε φορά. «να έρθετε να σας δω», λες νάταν ο Βόλος δίπλα. και ζητά να μαθαίνει πάντα, τις συγκεντρώσεις μας.
Μετά η Αννίτα, απογαλάκτισε το μωρό και μπόρεσε να βρει ώρα να μας δει.
Τι χαρές ανύποτες, ήταν αυτές σε κάθε νέα συνάντηση. Κάθε βραδιά, έκρυβε και μία έκπληξη. Κάθε νέα βραδιά έκρυβε και κάποιον. Κάποιον που έπρεπε να τον γνωρίσουμε από την αρχή.
Ε, μην μου πείτε ότι δεν κυριαρχούσε η έκπληξη, η συγκίνηση, η περιέργεια και οι απορίες.
Σιγά σιγά και σε διάρκεια 9 ετών και ποιόν δεν βρήκαμε. Τον Φάνη, που ένα ευχαριστώ δεν φτάνει, γιατί σε κάθε τηλεφώνημά μου, ξέρω πως θα απαντήσει στερεότυπα «μετά το μάθημα θάρθω να σας δω». Φθάνει καθυστερημένος, όμως έρχεται.
Τον Καμηλάκη στον Βόλο. Επεσε πάνω του ο Γεράσιμος. Μόνο τα βουνά δεν σμίγουν, τελικά.
Και ψάξε, ψάξε, ανακάλυψα τον Γιαρέλη στην Πάτρα…… Υστερα πήγε ο Λεωνίδας και τον είδε. Εμείς πότε???
Βρήκαμε και την Δήμητρα, προσωπική "επιτυχία" του Σικόλα, που ήταν τόσο κοντά μας στην πλατεία Βικτωρίας – από τους λίγους, που δεν μετακινήθηκαν, αλλά αργήσαμε να την βρούμε.
Και την Χρυσάνθη, που μένει δύο βήματα από το σπίτι μου.
Και την Τζίνα, που πέρασαν χρόνια όμως την ανακαλύψαμε. Πήρε λίγη περιήγηση στο λεκανοπέδιο, να την βρώ, αλλά που θα μου πήγαινε!!!
Την Ελενίτσα την Γουρνέλου, στην Μυτιλήνη….., ε τι ήταν κι αυτό πιά. Επεσε «πάνω» στην Μαίρη στα καλά καθούμενα.
Και την Ρούλα. Την Ρούλα με τα αραιά δοντάκια, που δεν μπορούσε να πιστέψει τις της έλεγα, όταν την πήρα πρώτη φορά.
Ξέρετε, κάθε φορά σε περιόδους μη συγκεντρώσεων, που βλέπω να χτυπά ένα τηλέφωνό σας, ξέρω πως κάποιον έχουμε βρει ακόμη.
Με την χαρά του «βρήκα ακόμη έναν» έχουμε γίνει πάρα πολλοί. Ακόμη και αν δεν «καταφέραμε» να δούμε τον Σταύρο, τον Βαγγέλη, τον Θόδωρο, «τους ντροπαλούς»…….. Δεν είναι ανυπόμονα αυτά τα παιδιά.
Την Κική δεν είδαμε πολλές φορές, τον Σπύρο διόλου, που είναι «κοντά και μακριά» μας, τους συζητάμε όμως. Βρίσκονται δίπλα μας και ας μην είναι.
Και η Σοφία, και ο Παναγιώτης και ο Μανώλης, που δεν έχουμε βρει.
Α, μου φαίνεται πως θα σας πιάσω από το χέρι την άλλη φορά εσάς που δεν έχουμε δει, έχουμε
βρει όμως. Θα σας πάρω από το χέρι να σας φέρω στην επόμενη συγκέντρωση.
Την επόμενη συγκέντρωση< που έχουμε όνειρο με τον Λεωνίδα (αχώριστο "σύντροφο και συμπαραστάτη" στις συγκεντρώσεις και του οφείλω πολλά).
Να βρεθούμε ΟΛΟΙ. Ολοι μαζί όπως τότε στην τάξη.
Λείπουν οι δάσκαλοι. Ε, άλλοι είναι πολύ ηλικιωμένοι, που δεν επιτρέπεται να συγκινηθούν, άλλοι έφυγαν…….. αναπόφευκτα. Πήραν μαζί γονείς, παιδιά, αγαπημένους.
Όμως στα τόσα χρόνια, είχαμε παντριές και γεννητούρια. Μαθητικές επιτυχίες παιδιών, που έγιναν των ανωτέρων και ανωτάτων σχολών, άλλα πρωτοπήγαν στο Δημοτικό, άλλοι πήγαν φαντάροι………. Και προχωράμε.
Τι να πρωτοθυμηθώ από τις συναντήσεις. Πρέπει να γράψω τόμο. Θα τον γράψω, παιδιά, κάποτε στην σύνταξη. Προς το παρόν, ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους. Ένα ευχαριστώ για την απουσία μου (που κι αυτή την ανεχτήκατε) στην τελευταία συγκέντρωση.
Ξέρω πως είναι η παρέα που δεν παρεξηγεί. Είναι η παρέα – μα τι άλλη λέξη να χρησιμοποιήσω- που ενώ βρισκόμαστε μια στο τόσο, η οικειότητα είναι αυτή που μας ενώνει.
Εύχομαι σε όλους τα καλύτερα και σε άλλους, να μας ακολουθήσουν. Και πιστέψτε με, δεν είναι λίγοι που ξέρω και που τόσα χρόνια με τον ενθουσιασμό μου τους έχω παρακινήσει να κάνουν το ίδιο.
Και περνάνε καλά και αυτοί, όπως κι εμείς.
Σας "προκαλώ" να γράψετε τα σχόλιά σας και να κάνουμε ένα blog δικό μας.
Παρασκευή 1 Ιουνίου 2007
Περιπλανήσεις σε σοβαρά κανάλια
Μία περιπλάνηση στις blogoλεωφόρους, με έκανε να αναρωτηθω : "Γιατί τέτοια "σοφία" να μας τρέχει απο τα μπατζάκια?"
Θα μου πείτε ο καθ' ένας ότι θέλει γράφει. Σωστά.
Γιατί άραγε οι thirty... something έχουν τόσους προβληματισμούς που ούτε 60άρηδες δεν προβάλλουν?
Ολα σοβαρά, όλα με δύσκολα νοήματα, όλα με "κουστούμι". Δεν έπεσα και σε κάτι "ανάλαφρο". Η μοίρα μου τόχει? Ολα τα δύσκολα σ' εμένα? Α, πα, πααααααααα, τι είναι ετούτο? Τι εκφράσεις, που θέλεις περιήγηση στον Μπαμπινιώτη με τις ώρες, να ξαναθυμηθείς, τι γενικές, αιτιατικές και υπερσυντέλικοι!
Ολοι ετούτοι, είναι απόγονοι του Καρκαβίτσα; Αφού δεν είναι της ηλικίας τους, δεν τα έμαθαν στο σχολείο. Αφού δεν τα χρησιμοποιούν ούτε οι 80άρηδες πλέον. Που τα βρήκαν όλα αυτά? που τα "ξέθαψαν"?
Η μήπως όλοι αυτοί πάνω στους οποίους έπεσα, είναι αυτοί που θέλουν να διασώσουν την ελληνική γλώσσα? Πολιτισμός είναι ... μέχρις ενός σημείου όλα αυτά.
Οι άλλοι? που είναι η άλλη πλευρά? Οι απόγονοι του Δελμούζου, του Γλυνού? Καλά και αυτοί μέσα στην υπερβολή ήταν. Εντάξει. Η μέση λύση που είναι? Αυτοί που έχουν πέννα που τρέχει σε ανάλαφρα θέματα. Με απλά λόγια. Καθημερινά, τρέχοντα. Δεν έχει "σοφία" η καθημερινότητα;
Είναι κάτι ανησυχητικό όλη αυτή η σοβαρότητα ? Θεώρησα ότι γίνεται ένας κρυφός πόλεμος (όχι ευγενής άμιλλα) ανάμεσα στους bloggers. Ποιός θα γράψεις τα πιό δύσκολα, ποιός θα εκφραστεί πιό σοβαρά.
Απότερος σκοπός?
Ποιός θα τον ανακαλύψει να τον προωθήσει........σε ποιά μονοπάτια? Δεν τους δόθηκε η ευκαιρία ποτέ να γίνουν αυτό που ήθελαν. Δημοσιογράφοι, συγγραφείς και ότι άλλο. Ο αγαπητός δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας, κος Μιχαηλίδης, που με πρωτο-μύησε στον κόσμο των bloggers δεν θυμάμαι να έγραψε και την ιστορία αυτών. Πως ξεπήδησαν, πως στήθηκαν, πως εξελίχτηκαν.
Aς είστε καλά όλοι, όμως προτιμώ την απλή καθημερινή ζωή. Οχι με την πέννα και την γλώσσα του Μεγάλου προγόνου μου. Δεν διεκδικώ ούτε δάφνες (έχουμε για την φακή άλλωστε!), ούτε μονοπάτια να εξελιχθώ.
Θα ήθελα να περνάμε όλοι καλά, χωρίς δύσκολα. χωρίς αναποδιές. Με λίγη φιλοσοφια λιγότερη. Λίγο πιό ανάλαφρα και να χαμογελάμε, πάνω απο όλα.
Θα μου πείτε ο καθ' ένας ότι θέλει γράφει. Σωστά.
Γιατί άραγε οι thirty... something έχουν τόσους προβληματισμούς που ούτε 60άρηδες δεν προβάλλουν?
Ολα σοβαρά, όλα με δύσκολα νοήματα, όλα με "κουστούμι". Δεν έπεσα και σε κάτι "ανάλαφρο". Η μοίρα μου τόχει? Ολα τα δύσκολα σ' εμένα? Α, πα, πααααααααα, τι είναι ετούτο? Τι εκφράσεις, που θέλεις περιήγηση στον Μπαμπινιώτη με τις ώρες, να ξαναθυμηθείς, τι γενικές, αιτιατικές και υπερσυντέλικοι!
Ολοι ετούτοι, είναι απόγονοι του Καρκαβίτσα; Αφού δεν είναι της ηλικίας τους, δεν τα έμαθαν στο σχολείο. Αφού δεν τα χρησιμοποιούν ούτε οι 80άρηδες πλέον. Που τα βρήκαν όλα αυτά? που τα "ξέθαψαν"?
Η μήπως όλοι αυτοί πάνω στους οποίους έπεσα, είναι αυτοί που θέλουν να διασώσουν την ελληνική γλώσσα? Πολιτισμός είναι ... μέχρις ενός σημείου όλα αυτά.
Οι άλλοι? που είναι η άλλη πλευρά? Οι απόγονοι του Δελμούζου, του Γλυνού? Καλά και αυτοί μέσα στην υπερβολή ήταν. Εντάξει. Η μέση λύση που είναι? Αυτοί που έχουν πέννα που τρέχει σε ανάλαφρα θέματα. Με απλά λόγια. Καθημερινά, τρέχοντα. Δεν έχει "σοφία" η καθημερινότητα;
Είναι κάτι ανησυχητικό όλη αυτή η σοβαρότητα ? Θεώρησα ότι γίνεται ένας κρυφός πόλεμος (όχι ευγενής άμιλλα) ανάμεσα στους bloggers. Ποιός θα γράψεις τα πιό δύσκολα, ποιός θα εκφραστεί πιό σοβαρά.
Απότερος σκοπός?
Ποιός θα τον ανακαλύψει να τον προωθήσει........σε ποιά μονοπάτια? Δεν τους δόθηκε η ευκαιρία ποτέ να γίνουν αυτό που ήθελαν. Δημοσιογράφοι, συγγραφείς και ότι άλλο. Ο αγαπητός δημοσιογράφος της Ελευθεροτυπίας, κος Μιχαηλίδης, που με πρωτο-μύησε στον κόσμο των bloggers δεν θυμάμαι να έγραψε και την ιστορία αυτών. Πως ξεπήδησαν, πως στήθηκαν, πως εξελίχτηκαν.
Aς είστε καλά όλοι, όμως προτιμώ την απλή καθημερινή ζωή. Οχι με την πέννα και την γλώσσα του Μεγάλου προγόνου μου. Δεν διεκδικώ ούτε δάφνες (έχουμε για την φακή άλλωστε!), ούτε μονοπάτια να εξελιχθώ.
Θα ήθελα να περνάμε όλοι καλά, χωρίς δύσκολα. χωρίς αναποδιές. Με λίγη φιλοσοφια λιγότερη. Λίγο πιό ανάλαφρα και να χαμογελάμε, πάνω απο όλα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)