
Για χρόνια ολάκερα τ' άκουγα μες το σπίτι χωρίς να ξέρω τι είναι. Απο τα συμφραζόμενα, άντε και κάποτε κατάλαβα. Εμείς δεν είχαμε λυσάρι. Οτι άκουγες, έπρεπε να το καταλαβαίνεις. Ούτε οδηγίες χρήσεως πήραμε. Κόπι γίνονταν όλα. Με το μάτι... ε, καλά με τα δυο μάτια !
Ο μπουφές στο κάτω μέρος, είχε μπροστά μπροστά κιούπι μικρό με γλυκό κυδώνι, βρέξει χιονίσει, χειμώνα καλοκαίρι. Πίσω ήταν κανα νεραντζάκι πράσινο, κανα κίτρινο καρουλάκι, Just κι ως εκεί, μην θέτε παραπέρα.
Η σάλα, κερωνόταν εκάστη άνοιξη, και κάποτε άλλοτε, ποιός θυμάται. Το χερούλι της πόρτας του υπνοδωματίου της κυρίας του σπιτιού, ήταν πορσελάνινο. Ομοίως και τα ροδάκια του κρεββατιού.
Αν άνοιγες τα τρία δωμάτια μπροστά είχες αυτό που λενε "σαλονι". Με την τραπεζαρία στο πλάι... Σοφοί οι παλαιοί αρχιτέκτονες. Μετά για ότι χρειαζόσουν, απλά έκλεινες την πόρτα.
Κάτω είχε ρόπτρο. Μετά θα έβαλαν και κουδούνι.
Και καταπακτή και στο υπόγειο κρυψώνα. Κοιμήθηκαν οι Εβραίοι κάποτε. Η πίσω σκάλα είχε αμπάρα. Σιδερένια βαριά. Η σκάλα φωτιζόταν απο το βιτρώ. Τζάμια πολυχρωμα στο μεγάλο παράθυρο.
Στου Σβώλου δεν είχα μπει. Μήπως είναι τώρα ακόμη ευκαιρία. Στέκει μόνο. Ομως σε μερικά
απο τα υπόλοιπα, σιγά μην έχανα την ευκαιρία. Μνήμη κράτα γερά γιατί....
Διάφορα άλλα εδώ κι εδώ
κι άμα δεν είναι όλα αυτά a very good life... εμένα να μου τρυπήσετε την ρύς