Ελάτε να γιορτάσουμε

Ελάτε να γιορτάσουμε
Σαφώς... φορέσαμε και τιάρα !

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

Μια γλυκειά εκδίκηση!


















Aστραφτε και βρόνταγε η Κοραλία. Ανοιγόκλεινε πόρτες, μετακινούσε με δύναμη έπιπλα, τακτοποιώντας τα, τάχα μου.
Μια σκέψη τριγύριζε στο μυαλουδάκι της. Μα, ο δικός της ο άνδρας, με άλλη? Ο Μίλτος της ?
Μόλις είχε γυρίσει στο σπίτι. Είχε φύγει νωρίτερα απο την δουλειά, είχε παει για ψώνια, είχε κάνει και μια μεγάλη βόλτα, με το αυτοκίνητο. Είχε πάρει το μάτι της το δικό του, σταθμευμένο, σε σημείο "απίθανο". Πριν προλάβει να το καλοσκεφτεί, τον είδε. Τους είδε. Στέκονταν αγκαλιασμένοι και κοίταζαν τον ορίζοντα. Ωραίο σημείο. Ωραία θέα. Μα αυτός ήταν ο άνδρας της , με άλλη.
Ναι ο δικος της ο άνδρας με άλλες, όχι μόνο με άλλη. Είχε και προηγούμενες ενδείξεις. Αποδείξεις δεν είχε... τώρα πιά... Εβγαλε το κινητό και φωτογράφισε. Και όχι μία, δύο, τρεις και τέσσερεις πόζες. Αφού της έδιναν υλικό. Αγκαλιές, φιλιά παθιασμένα... Η τεχνολογία....
Αναψε το μάτι της κουζίνας να κάνει φαγητό και μουρμούριζε φουρκισμένη. Οσο πέρναγε η ώρα, ξεθύμαινε. Αλλά δεν το χώραγε ο νούς της αυτό που είχε δει.
Οι ενδείξεις που είχε, είχαν γίνει αποδείξεις.
Μια ευθύνη καταλόγιζε στον εαυτό της. Ισως είχε αφήσει την ρουτίνα να μπει ανάμεσά τους. Μετά έψαχνε για τις δικαιολογίες... Μήπως δεν τον ήξερε? Πολύ καλά και απο πολύ παλιά! Θα γύριζε σ' εκείνη πάλι, όπως κάθε φορά τότε που ήταν νέοι. Πριν αποφασίσουν να κάνουν οικογένεια.
"Ο ποδόγυρος, δεν ξεχνιέται", έλεγε η γιαγιά της, όχι επ' αδίκω. Δεν ήταν φύση περίεργη, δεν έψαξε ποτέ. Δεν άφηνε τον εαυτό της "έρμαιο" κακών σκέψεων. Η ελευθερία κερδίζεται δεν αποκτάται δια της βίας, σκεπτόταν. Κι αυτή η γιαγιά 99 φορές στις 100 είχε δίκιο για τους άνδρες!
Τελείωσε με το φαγητό, έβαλε τον μικρό να κοιμηθεί, έστρωσε το τραπέζι, έβαλε τα καλά της, τύπωσε τις φωτογραφίες και τις τοποθέτησε, δίπλα στην πετσέτα, στο ατομικό πανεράκι του ψωμιού, ακριβώς κάτω απο το φρεσκοψημένο φραντζολάκι του.
Η πειθαρχία της δεν θα την πρόδιδε, ούτε αυτή τη φορά.
Μπήκε φουριόζος και τρομερά αργοπορημένος, βεβαίως, την αγκάλιασε της έσκασε ένα φιλί και κατευθύνθηκε στο μπάνιο, φωνάζοντάς της "δώσε μου τέσσερα λεπτά και επιστρέφω"
Τον περίμενε υπομονετικά, καθισμένη στο τραπέζι, παρατηρώντας και την τελευταία λεπτομέρεια. Ηθελε όλα να είναι τέλεια. Εβραζε αλλά το πολεμούσε.

Μοσχοβόλησε το δωμάτιο, καθώς εκείνος βγήκε απο το μπάνιο και της χαμογέλασε. "Τι νέα?", του ανταπέδωσε το χαμόγελο σιωπηλή. Σηκώθηκε να φέρει το φαγητό στο τραπέζι. Εκείνος, την παρακολουθούσε με την άκρη του ματιού του. Ηταν παραπάνω περιποιημένη απο ότι συνήθως.... "τι ωραίο πλεκτό αυτό που φοράς, θα πας κάπου?" δεν άντεξε, εκείνος.
"Οχι, το φόρεσα για σένα, το αγόρασα το απόγευμα" του ανταπάντησε.
Το φαγητό μοσχομύρισε και του έκοψε κάθε άλλη όρεξη για συζήτηση και ερωτήσεις. Σέρβιρε το αχνιστό πιάτο μπροστά του και κάθισε απέναντί του. "Μμμμ, μεγάλα κέφια η νοικοκυρά μου σήμερα" της χαμογέλασε και άπλωσε το χέρι της να πάρει το φραντζολάκι του. Το οποίο έμεινε μετέωρο, γιατί η άκρη του ματιού του πήρε τις φωτογραφίες.
Εκείνη είχε ήδη αρχίσει να τρώει, κοιτάζοντάς τον, απο γωνία.

Τα χρώματα της ίριδας, ωχριούσαν μπροστά στις αποχρώσεις που πήρε το πρόσωπό του. Τα χέρια του έτρεμαν, οι φωτογραφίες του έπεσαν μέσα στο πιάτο. "Ατύχημα' του ψυθίρισε και σηκώθηκε να μαζέψει το πιάτο "τι κρίμα, δεν θα φας απόψε..." συνέχισε ενώ τον κοίταζε κατάματα.
Κατέβασε το κεφάλι και προσπάθησε να μην τρέμει η φωνή του "τι θέλεις να κάνω?". "Να πας για υπνο" του απάντησε στον ίδιο σιγανό τόνο. "Καληνύχτα" .
Μια σθεναρά αντίσταση προσπάθησαν τα χείλη να προβάλουν αλλά έμεινε μετέωρη.
Πήρε το μαξιλάρι του και κατευθύνθηκε στο σαλόνι... "στο κρεβάτι, παρακαλώ" του φώναξε επιτακτικά, όπως αποτελείωνε το φαγητό της, το οποίο της είχε πετύχει διαβολεμένα και το απολάμβανε. "Δεν αποχωρίζονται τα ζευγάρια την συζυγική κλίνη, το γνωρίζεις καλά. Ταυτόχρονα απολάμβανε και την αντίδρασή του. Δεν μιλούσε, περιφερόταν με το κεφάλι κάτω, μαζεύοντας τις σελίδες της εφημερίδας, που είχε σκορπίσει νωρίτερα απο την ταραχή του, ενώ τα χείλη του ανοιγόκλειναν σε ακατάληπτα μουρμουρητά.
Ηταν μάταιο, το ήξερε, να της πει οτιδήποτε. Δεν θα άλλαζε καμμιά της απόφαση.
Συνεχάρη τον εαυτό της για την ψυχραιμία και την αντίδρασή της, (συνεχάρη και την γιαγιά για την πειθαρχία που της είχε διδάξει), έβαλε τα πιάτα να πλυθούν και απλώθηκε να διαβάσει την εργασία που είχε ετοιμάσει το μεσημέρι, και έπρεπε να παραδώσει αύριο. Την έστειλε με μεηλ και πήγε να κοιμηθεί.
Του γύρισε την πλάτη και απόλαυσε τον ύπνο της. Η εκδίκηση ήταν γλυκειά! πολύ γλυκειά!

* το κείμενο το είχα γράψει δυο χρόνια πριν και είχε δημοσιευθεί στο εξοχικό. πρόκειται για πραγματική ιστορία, όπως ατόφια μου την μετέφερε φίλος. τα ήξερα απο μακριά ωσπου επιεβαιώθηκαν και οι δικές μου υποψίες.
θα σας απογοητεύσω. Ζούν μαζί και δείχνουν ευτυχισμένοι ακόμη. Μόνο αυτοί ξέρουν.