Ενός ταξιδιού που δεν ήταν και δικό μου. Eνός ταξιδιού του οποίου ήμουν αυτουργός και συνταξιδιώτης. Ενός ταξιδιού με πανικό. Και γκρίνια. Αρκετή γκρίνια ομολογουμένως. Διότι ενός κακού μύρια έπονται, λέει η παροιμία. Και την ακολουθήσαμε την παροιμία, μη τυχόν και ξεφύγουμε.
Η "γκαντεμιά" αρχίζει απο την κράτηση "Γιατί να ξυπνήσω πρωί να φυγω με την πτήση των 7.30", μουρμούρισε ο επιβάτης. Εφ όσον δεν είχαμε εναλλακτική, τι να κάνει έφυγε με την πτήση των 7.30. Πρωί-πρωί Δευτέρας με το χάραμα.
Για την ακρίβεια στ’ αυτιά μου ήχησε το «μαμάααααααααααα, γιατί να πετάξω τόσο πρωί?»
Εντάξει, σε συμπονάμε, τι άλλο μπορούμε να κάνουμε.
Ξύπνησα στις 5 για συμπαράσταση. Νοερή. Ηταν ότι καλύτερο μπορούσα να κάνω.
Όλα πήγαν …. μισο-καλά. Και η παραμονή και τα κέφια και οι δουλειές εκεί…. Εμένα στ’ αυτιά μου όλες αυτές τις ημέρες παραμονής ηχούσε ένα «Μαμάαααααααααααααα (όλα μου φταίνε)".
Αφού λοιπόν, όλα πήγαν μισο-καλά, πως το τέλος θα ήταν αίσιο? Αίσιο ήταν, μην ακούτε τι λέω. Αν δεν ήταν αίσιο, θα μαζεύαμε φτερά και καθίσματα στο όρος Πήλιο – ο Θεός να φυλάει.
Όταν 4 ώρες πριν την επιστροφή, ο επιβάτης, για λόγους ανωτέρας βίας – εντάξει δεν αντιλέγω - χρειάστηκε να ταξιδέψει όσο πιο νωρίς γινόταν, τι να κάνω? Προσπάθησα.
Στις 16.30, λοιπόν, θυμηθήκαμε («Μαμάαααα, πρέπει να γυρίσω νωρίτερα»), ότι δεν θέλουμε την πτήση των 19.35, αλλά αυτή των 18.40 Αυτή ήταν η πτήση που είχε διαφορά μόνο 35 Ευρώ. Διότι η πτήση των 18.00 δεν είχε παρά πρώτη θέση και η διαφορά ήταν 124 Ευρώ. Σιγάάάάά.
Εφτασε ο ταξιδιώτης στο αεροδρόμιο, πλήρωσε τα 35 Ευρώ, και πηγαίνοντας να τσεκάρει, νάσου και βλέπει πως η πτήση των 18.40 είχε μισή ώρα καθυστέρηση. Τι μας κάνει αυτό? 19.10 στην καλύτερη περίπτωση.
«Μαμαάάάάάάάάάάάα, η πτήση μου δεν φεύγει στην ώρα της».
Η Μανούλα, έπινε, μπαρντόν – προσπαθούσε να πιεί έναν έρμο καφέ, αλλά το κινητό, της, χτυπούσε με ρυθμό πολυβολείου σε μεγάλες φούριες.
Λέξεις και φράσεις ανακατωμένες σε μία σύγχυση και πανικό. Ανάθεμα και αν κατάλαβα τίποτα. Ματαίω κυρίω τω Θεώ μου και τω ταξιδιώτη, που τι θα έκανε? «θα σε πάρω αργότερα».
Μάλιστα. Θα με πάρει αργότερα. Δηλαδή θα ξανα-διακόψω την συζήτηση για να μου πει τα υπόλοιπα. Και τον καφέ. Κρύωσε. Τι να απολαύσω.
Σε λίγο, πιστός στην υπόσχεση, έμπλεος πανικού όμως, ξαναχτυπά.
«Μαμάαααααααααααααααααααααααα,». Όλα ανακατεμένα. Ευρώ, που έχουν πληρωθεί, καθυστερήσεις που έχουν γίνει, αεροπλάνα και βαπόρια δώστε μου να φύγωωωωωωωωω της γυναίκας.
Ωρα μετά από λίγο. Ο άλλος καπαδόκης. «.........αααααααααααααααααα» ομοιοκαταληκτικώς όπως το Μανούλααααααααααααααααα, για να ξέρουμε τι λέμε. «τι ώρα θα έρθει ο ταξιδιώτης στην εγκατάστασηηηηηηηηη????».
Αχ Θεέ μου τι αμαρτίες πληρώνω να μην μπορώ να πιώ ένα καφέ, σαν άνθρωπος, να συντάξω μία κουβέντα της προκοπής, να μην διακόπτω τον συνομιλητή, ο οποίος σημειωτέον, δεν έχει απαντήσει σε καμία γραμμή από τις 50 φορές που έχει χτυπήσει το κινητό του, κι εγώ να έχω έναν πανικόβλητο στην Αθήνα και ένα στην Θεσσαλονίκη να μιλάνε με άγχος και ακατάληπτα και οι δύο μαζί………
Παρακάλεσα πολύ απλά, «κάνε μου ένα τηλεφώνημα, όταν θα φθάσεις».
Η απάντηση που πήρα, παρατίθεται στην κρίση των ψύχραιμων, γιατί εγώ δεν κατάλαβα και εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω. «θα πάω σπίτι, να πάρω αυτοκίνητο». «Δεν θα μου τηλεφωνήσεις με το αυτοκίνητο» ήθελα να πω, «όταν θα φθάσεις, παιδί μου, να ησυχάσω» ψέλλισα κοίταξα την ώρα. 18.20, ε, έως τις 19.20 θα είχε φθάσει.
Αφοσιώθηκα στον καφέ, το κουλουράκι (ήταν και νόστιμο πανάθεμά το) και τον συνομιλητή μου. Ανακάθισα και προσπάθησα να τα απολαύσω όλα αυτά. Τι απόλαυση. Με τα μάτια καρφωμένα στο ρολόι ήμουν. Πλαγίως να μην δίνω και άλλες λαβές.
Ο συνομιλητής, εξακολουθούσε να μην απαντά στις κλήσεις του, η κουβέντα γινόταν όλο και πιο ενδιαφέρουσα, αλλά το κινητό μου σιωπούσε.
19.30, 19.45, 20.15, 20.30….., αποφάσισα να ζητήσω συγνώμη, γιατί είχα αρχίσει να χάνω την υπομονή μου. Μου είχε λείψει εκείνο το «μαμααααααααααααααααααα, δεν βρίσκω ταξί». Το παζλ μου έμενε ατελείωτο.
Μία κλήση στο αεροδρόμιο, με ενημέρωσε ότι η πτήση είχε φθάσει στις 20.30, ενώ αυτή που είχαμε αναβάλει είχε αφιχθεί στην ώρα της 20.20.
Πληρώσαμε 35 ευρώ για να επιστρέψουμε 10 λεπτά αργότερα……….. Μπράβο της Aegean………….
Η ώρα περνούσε και κατά τις 21.15 αποφάσισα να τηλεφωνήσω. Ντρεπόμουν –
ξε-ντρεπόμουν, έριξα τα μούτρα μου, είπα «συγνώμη» και έστειλα μήνυμα. Όχι που θα μου γλύτωνε.
«μαμάααααααααααααααααα, έφθασα». Δόξα σοι ο Πανάγαθος. Τα καταφέραμε.
Θα πίναμε το ποτό μας τουλάχιστον με ησυχία. Ημιανάπαυση.
Η επόμενη ημέρα.
Σιγή το πρωί, πότησα με την ησυχία μου, οδήγησα με την ίδια ησυχία. Μια καλημέρα, με το ζόρι έφθασε κατά τις 9.30 μία άλλη αργότερα. Στο μεταξύ είχα πιεί καφέ και δεν μου είχε λείψει το «μανούυυυυυυυυυυυλα» κανενός.
Όμως το θέμα συνήθως πρέπει να λήγει εντός 24 ωρών………….. οπότε τι να κάνω κατά το μεσημέρι, «έριξα τα μούτρα μου και ενόχλησα». «Θα μου πεις τι έγινε να ενημερώσω»……
Τα λοιπά είναι γνωστά, να μην μακρηγορώ.
Το τέλος της όλης ιστορίας έκλεισε με μία αμίμητη ερώτηση του ταξιδιώτη που είχε πληρώσει τα 35 Ευρώ από την τσέπη του «Μανούλαααααααααααα, τα θέλουμε τα 35 Ευρώ, θέλουν να μου τα δώσουν πίσω». Το άκρον άωτο της κούρασης ! «ρωτάς να ρωτήσω την τσέπη σου?, ρώτα την εσύ» Απάντησα μέσα σε γέλια, διότι συγνώμη μου φάνηκε πολύ αστείο.
Ορκος δακτυλοσταυρομένος και γονατιστός : «Ποτέ δεν θα ξαναβγώ από το γραφείο αν δεν έχει επιστρέψει ο ταξιδιώτης μου από το ταξίδι του.
Αν βγώ θα πάω στο σπίτι μου κατευθείαν, να κάθομαι να περιμένω.
Στην καλύτερη περίπτωση θα πάω στο αεροδρόμιο να τον περιμένω, να γυρίσει σίγουρα»
Μαμάαααααααααααααααααααα θέλω να παραιτηθώ τώωωωωωωωρα.