Ελάτε να γιορτάσουμε

Ελάτε να γιορτάσουμε
Σαφώς... φορέσαμε και τιάρα !

Τρίτη 31 Ιουλίου 2007

Οι διακοπές των άλλων

Aντέτε, αντέτε στο καλό, όλοι σας.
Φεύγετε και μου κουνάτε μαντήλια, όπως χρόνια τώρα.
Απο τότε που μικρούλα, έφευγαν όλοι απο την πλατεία και έμενα μόνη. Ο Χρήστος, η Λίλα με τον Τάκη, η Νέλλη με τον Δημητράκη, η Μάρι, ε, αυτή δεν είχε άδελφάκι, ερχόταν με την Αντα την νταντά της. Ο Μίνως, τα παιδιά απο την τάξη. Ολη η παρέα. Ολη η καλοκαιρινή παρέα. Ολοι αυτοί που μοιραζόμαστε τα χαλίκια στα γόνατά μας, όταν πέφταμε, όλοι αυτοί, που δεν πατούσαμε το χορτάρι της πλατείας.
Τέτοια μέρα με αποχαιρετούσαν όλοι. Ποτέ δεν είχα ρωτήσει που πήγαιναν. ή τουλάχιστον δεν θυμάμαι. Μόνο για τον Χρήστο ήξερα σίγουρα. Λουτράκι. Κάθε χρόνο. Και κάθε χρόνο ερχόταν πίσω με ένα βραχιολάκι. Χρωματιστό για το χεράκι μου. Η Ζαμπέτα, η νταντά του, φρόντιζε γι αυτό. Εμαθε κι εκείνος, πως το "καϋμένο" το κοριτσάκι, έμενε μόνο του πίσω στην πλατεία. "πως πέρασες?" με ρώταγε κάθε χρόνο. Τι να του απαντήσω. Ηταν ο αχώριστος σύντροφος στα παιγνίδια, στα μπάνια με το πούλμαν. Τον κοίταζα μόνο. Ποτέ δεν μου είπε, πως πέρασε στο Λουτράκι. Ισως για να μην με πληγώσει.
Εμενα μόνη σε μια πλατεία που τον Αύγουστο έμοιαζε νεκρή. Με την κούκλα μου την Μπουμπού, υπο μάλης για παρέα, τριγύριζα ανόρεκτα. Ούτε πυργάκια με το μπρικάκι μου στο σκάμμα, ούτε όρεξη για στρατιωτάκια αμίλητα, ούτε τίποτα. Κάποια παιδάκια υπήρχαν, αλλά δεν....
Μερικά απογεύματα, κάποιες βόλτες στο πάρκο, απάλυναν τον πόνο. Ο Τονίνο και η Ρόζα
με την μαμζέλ Λέλα, έπαιζαν στις κούνιες. Αχώριστοι καλοκαιρινοί φίλοι. Εμεναν κι αυτοί μόνοι το καλοκαίρι ή τουλάχιστον δεν έφευγαν τον Αύγουστο. Εμεναν Αθήνησι και μάθαιναν γαλλικούλια. Α, τώρα θυμήθηκα. Τους έβλεπα και κάθε Πέμπτη, τις ημέρες που ο ήλιος ήταν σύντροφος στα παιγνίδια. Τις καλές ημέρες του χρόνου, που η μαμά έβγαζε κάλο στον πωπό απο το κάθισμα στο παγκάκι, όλο το απόγευμα (όπως έλεγε). Κάθε Πέμπτη, εκείνα τα χρόνια, οι νταντάδες που έφερναν τα παιδάκια στην πλατεία, είχαν ρεπό. Ετσι, τα παιδάκια έμεναν μέσα κι εγώ, προνομιούχα με την μαμά και την μικρή Λένα αργότερα στο καρότσι, βγαίναμε βόλτα στο πάρκο.

Στις καλοκαιρινές κούνιες του πάρκου, μιας και οι μόνιμες, έμπαιναν στην συντήρηση. Λάδωμα, βάψιμο, τρίψημο....... Ενώ οι καλοκαιρινές, μας πρόσφεραν άπλετη σκιά, παιγνίδια όπως κρυφτό και κυνηγητό, ήταν απαγορευμένα, οπότε, κούνιες και άμμος, σήκωναν όλο το βάρος. Κάτι τραμπάλες, που τις φοβόμουν και μία ψιλή τσουλίθρα, που δεν την πλησίαζα. Προτιμούσα την μικρή γνωστή ροζ, στις κλασσικές κούνιες.
Κάθε πρωί, το μπάνιο με το πούλμαν στην Βουλιαγμένη, ήταν επιβεβλημένο. Μόνο το καλοκαίρι του 67, εν αναμονή της μικρής, δεν θυμάμαι καν αν πήγαμε. Κενά μνήμης. Ε, μετά απο τόσα χρόνια, τι περιμένεις? Ενα παλτό μου έπλεκε η μαμά για να "απαλύνει" τον πόνο μου.....
Οπλα, μπαλάσκες, ε, όχι. Σωσίβια, ψωμοτύρι, σαγιονάρα, ο Χρήστος απαραίτητα με την Ζαμπέτα, και δρόμο το πρωί. Μια χαρά βόλτα με το πούλμαν, τι μας φαινόταν. Εκδρομή ολόκληρη. Επιστροφή το μεσημέρι, στη ζέστη και φαγητό, έτοιμο απο τον φούρνο του Μπαλάσκα, αφού προηγουμένως, στην γωνία, δινόταν η απαραίτητη υπόσχεση "ραντεβού" για το απόγευμα, και σιέστα ως τις 5.30. Ποιός μας κράταγε μετά.
Τα χρόνια περνούν αλλά το σκηνικό μένει ίδιο. Να φεύγετε, κάθε τέτοια εποχή, να κουνώ μαντήλι, να περιμένω να γυρίσετε. Δεν μπορώ πια να συγκρατήσω πότε θα φύγει ο καθ' ένας, πότε θα γυρίσει και που θα πάει.
Επίσης, απο εκείνα τα χρόνια, δεν κάθομαι, ποτέ να μάθω πως περασε ο καθ' ένας. Αντίδραση, πες το, κακιούλα πές το, ποτέ δεν παρακολούθησα τις ταξιδιωτικές αφηγήσεις. "σκασίλα μου" έλεγα και γυρνούσα την πλάτη. Και τώρα το ίδιο κάνω. Ο καθ ένας φέρνει τα δικά του. Οταν και άμα θα πάω, θα φέρω τις δικές μου εικόνες.
Με πιάνει ένα "σύνδρομο στέρησης" αλλά μου περνά γρήγορα. Είμαι δυνατή εγώ, απο παλιά. Μένω τελευταία να σας αποχαιρετήσω, πρώτη να σας συναντήσω ξανά τον Σεπτέμβριο. Απο συνήθεια μουρμουρίζω και τραβώ για τα κρύα. Απο αντίδραση δεν μπορώ την ζέστη.....
Να περάσετε τις καλύτερες των διακοπών σας, να γεμίσετε εικόνες, να φέρετε πολλές πολλές ξενοιασιές απο την εξοχή και με το καλό να τα πούμε στο τέλος του μήνα,
με όλους.




Παρασκευή 27 Ιουλίου 2007

Οι μυστικοί αρραβώνες

http://tateleytaianea.blogspot.com/
Καλέ δείτε, μας έγραψε ο τύπος.
Πρωτοσέλιδο γίναμε.
Γι αυτό κι εγώ έφτιαξα ένα φλογερό ημερολόγιο, προς τιμή του Ιούλιου.

Η ζωή είναι αλλού

Θέλεις εκείνη που έχασες. Θέλεις εκείνη που άφησες να φύγει.
Μένεις μόνος για να την σκέπτεσαι. Θέλεις να μένεις εκεί κοντά της.
Εκείνη είναι δίπλα σου, όμως τόσο μακριά σου. Θέλεις να αναπνέεις τον ίδιο αέρα μ' εκείνη.
Ζεις για μια ματιά της. Μένεις μόνος, αμίλητος. Αφήνεσαι.
Δεν θέλεις να μαζέψεις τα κομμάτια σου. Δεν κάνεις όνειρα.
Εχεις ξεχάσει τη ζωή.
Εκείνη δεν σε ξέχασε. Σε προκαλεί με τα χίλια τρελλά της παιγνίδια. Σου φωνάζει πως είναι τριγύρω. Σου στέλνει τις ηλιαχτίδες να σε ξετρελλάνουν σε ένα παράξενο χορό. Σου στέλνει χρώματα που έχεις ξεχάσει.
Πάρε γαλάζιο για τον ουρανό, κίτρινο για τη ζωή, πορτοκαλί για το χαμόγελο, κόκκινο για τον πόθο, πράσινο για την ελπίδα.
Πάρε τα χρώματα των λουλουδιών και τις ευωδιές τους, πάρε το μπλέ της θάλασσας και ταξίδεψε. Οδηγός σου τ' αστέρια και ο ήλιος. Ενα ταξίδι στ' όνειρο. Ενα ταξίδι στη χαρά. Ενα ταξίδι στη ζωή.

Η ζωή είναι αλλού και σε περιμένει. Γεμάτη πόθο και πάθος, γεμάτη μυστήριο, γεμάτη έρωτα. Πιές το ποτήρι που σου προσφέρει ως την τελευταία γουλιά. Απόλαυσε ότι σου δίνει, την κάθε στιγμή. Παίξε μαζί της, απλωσέ της το χέρι να σε παρασύρει.
Χαμογέλα!!

Πέμπτη 26 Ιουλίου 2007

Κέϊκ Γιαουρτιού

Μία εύκολη συνταγή, όπως υποσχέθηκα, να μην βάλω στα δύσκολα κανέναν, καλοκαιριάτικο. Αλλωστε άλλες συνταγές "δυσκολες", υπάρχουν σε παλαιότερα posts.

1 κεσέ γιαούρτι (από αυτό με την πέτσα) - τρώμε την πέτσα, χρησιμοποιούμε το λοιπό !
1 κεσέ βούτυρο βιτάμ
2 κεσέδες ζαχαρη
3 κεσέδες αλεύρι που φουσκώνει μόνο του
5 αυγά
ξύσμα από ένα λεμόνι (ή πορτοκάλι, αλλά έχει λιγότερη γεύση)
Προαιρετικά άχνη ζάχαρη ή έτοιμο σιρόπι σοκολάτα ΓΙΩΤΗ από το σούπερ μάρκετ.
Αν χρησιμοποιήσεις μεγάλο γιαούρτι, θα γίνει δόση για μεγάλη φόρμα ή δύο μέτριες. Αν η φόρμα σου είναι μικρή να προτιμήσεις μικρό γιαούρτι.

Εκτέλεση
Με καθαρά τα χτυπητήρια του μίξερ, ξεχωρίζω τα αυγά και χτυπώ τα ασπράδια μερικά λεπτά σε μαρέγκα. Αφήνω στο ψυγείο.
Βάζω το βούτυρο στη φωτιά και το λιώνω όχι να κάψει. Το ρίχνω στο μπολ που θα χτυπήσω τα υλικά μαζί με την ζάχαρη και χτυπώ ως να λιώσει η ζάχαρη. Ρίχνω και το γιαούρτι και συνεχίζω το χτύπημα.
Σταδιακά ρίχνω το αλεύρι, αναλλάξ με τους κρόκους. Προσθέτω το ξύσμα λεμονιού. Θα γίνει μία σφιχτή ζύμη (μην τρομάξεις), ρίχνω και την μαρέγκα και ΑΝΑΚΑΤΕΥΩ ΜΕ ΚΟΥΤΑΛΙ (για να μην ξεφουσκώσει η μαρέγκα).
Βουτυρώνω την φόρμα και ρίχνω το μείγμα. Ψήνω στους 180 βαθμούς στον αερόθερμο φούρνο για ¾ της ώρας. Γενικά σε μέτριο φούρνο όχι δυνατό.
Αν θέλεις να δοκιμάσεις πως είναι έτοιμο (αν και είναι) βυθίζεις το μαχαίρι κατά το γνωστό τρόπο.
Αφήνεις στο φούρνο για ¼ της ώρας ακόμη και μετά βγάζεις και γυρίζεις ανάποδα την φόρμα σ’ ένα δίσκο. Περιμένεις να κρυώσει και στολίζεις με άχνη ζάχαρη ή με σιρόπι σοκολάτας.
Καλή επιτυχία και καλή όρεξη !!!

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2007

Πυθεία

Διάβασα στην εφημερίδα εχθές πως προ ολίγων ημερών, έφυγε απο την ζωή, γνωστή ποιήτρια και στοιχουργός, blogger με το όνομα Πυθεία (έγραφε με τον Τειρεσία). ηταν μόνο 38 ετών. Kαλό ταξίδι κοριτσάκι.

Τρίτη 24 Ιουλίου 2007

Οι μυστικοί αρραβώνες

Kοιτάτε τώρα εδώ, που μου προέκυψε γαμπρός. Οτι είχα τέλος πάντων τις κατακτήσεις μου σαν κορίτσι κι εγώ, το ήξερα, ουρά οι θαυμαστές για μιά μου ματιά ! Οχι να το παινευτώ.....

Αλλά εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά. Με αγαπάει. Το λέει ξεκάθαρα. Με αγαπάει (αχ, θα πετάξω στα ουράνια η Ζουζούνα). Συζητάει με το αφεντικό του για μένα. Το γράφει στο post της Ραλλούς (σωστή η γενική? ναι !) και σας το παραθέτω :

"... Τέλος. Άλλο δεν επιμένω. Μη νομίζεις πως δεν ξέρω τι άνθρωπος είναι η Ζουζούνα, πόσα έχει περάσει, και την ομορφιά της ψυχής της. Μιλάμε συχνά για αυτήν με το αφεντικό. Και την αγαπάω. Αλλά αυτό το ζεστό απόγευμα θα βγώ μια βόλτα, κατα το Θησείο, θα πιω τα στάνταρ καλοκαιρινά ουζάκια, και μ΄ένα δάκρυ (ίσως κανένα) θα την ξεχάσω....."

Είναι μέρες που με "κορτάρει". Είναι μέρες που μου γράφει κολακίες. Κι εγώ ή άσπλαχνη, η σαχλή, δεν του δίνω σημασία. Τον αγνοώ απο το βάθρο της ομορφιάς μου. Με το καρνέ μου γεμάτο ραντεβού και το ηθικό ακμαιότατο, δεν γυρίζω να τον κοιτάξω.
Τον βάζω στη θέση του για τις παρατηρησούλες που μου κάνει εδώ κι εκεί ! Αχ, τον παμπόνηρο, τώρα τοπιασα. Προσπαθούσε να με κολακέψει για να γνωριστούμε. Κι εγώ η άθλια, σημασία δεν του έδινα, τον απόπαιρνα ευγενικά. Γλυκά. Του έδειχνα ποιά ήμουν. Αυτό ήθελε! Να με γνωρίσει.

Να, γιατι το λέει ξεκάθαρα στο τέλος του σχολίου του "θα την ξεχάσω".

Αχου το χρυσό μου. Θα πνιγεί στο ουζάκι να με ξεχάσει. Και δεν ξέρω και πως τον λένε. Τουλάχιστον να έχω μία αναφορά. Να λέω με αγάπησε ο "Ιούλιος". Τι όχι, γλυκέ βοηθέ μου? Τι όχι. Ιούλιο γνωριστήκαμε έτσι θα σε λέω! τελείωσε. Είσαι ο Ιούλιος. Ο δικό μου Ιούλιος όχι ο Καίσαρας, ο κατά δικός μου.
Κοίτα τι φανταζόμουν εγώ τώρα. Το αφεντικό του, σαν τον Αγιο Blog ένα πράμα (πως λέμε Αγιο Βασίλη? Ναι!) και γύρω τα blogakia (κάτι σαν τους βοηθούς του Αη Βασίλη).

Αλλά τώρα δεν είναι έτσι. Εχει σάρκα και οστά (ε, περίπου, εντάξει). Είναι ο Ιούλιος. Ο δικός μου Ιούλιος, που με γνώρισε, με αγάπησε και γιατί θα πάει να πιεί και μάλιστα μέσα στο ντάλα ήλιο και το καταμεσήμερο, δεν κατάλαβα. Τόσο άσχημα του φέρθηκα? Δεν βλεπει τα χειρότερα? Δεν βλέπει πως του φέρονται εδώ κι εκεί? Με την άμοιρη Ζουζούνα τα έβαλε?

Δαφνοστεφανωμένος όπως ο συνονόματος του - ε, ας μην φάμε φακή, αυτή την εβδομάδα - στο βάθρο του, στο θρόνο του θα με ξανακοιτάξει άραγε? Θα μου ξαναδώσει σημασία? Θα ασχοληθεί ξανά μαζί μου?


Εστω φίλοι μου, θα το αντέξω και αυτό το χτύπημα της μοίρας. Τουλάχιστον θα έχω να λέω πως με αγάπησε και ο Ιούλιος.

Γιατί? Γιατί με κοροϊδεύετε? Εχετε δει πολλούς αρσενικούς να δηλώνουν πως αγαπάνε? Δείξτε μου έναν που το λέει αυθορμήτως βρε θηλυκές ! Εδώ, μου το δήλωσε γραπτώς. Δηλαδή στην Ραλλού το δήλωσε, ακριβώς. Οπότε μπορώ να της ζητήσω "αν" λέω "αν" χρειαστεί την συνδρομή της. Αν γίνει κάτι με τον Ιούλιο, Ραλλούκα να σε υπολογίζω για κουμπάρα? Αν μετανοιώσει και δεν πνιγεί στο ούζο και δεν μου λειώσει απο την ζέστη ..... ο γαμπρός !




Παρασκευή 20 Ιουλίου 2007

Βόρεια

Διακοπές αποφάσισα και το τερπνόν μετά του ωφελίμου, να δω και την Μαργαρίτα.
Που να φανταζόμουν πόσες εμπειρίες θα γέμιζα στα ταξίδια απο τότε.
Τα τσιμεντόπαιδα γίνονται παιδιά της εξοχής? Αλλοι, μπορεί, εγώ με τίποτα. Μα, με τίποτα! Με θαυμαστή άρνηση για την εξοχή!
Για να δεις όμως όσους αγαπάς.... καμμιά φορά, κάνεις και θυσίες. Βλέπεις ότι θέλεις να δεις !
Οπως αυτή του να ζω 15ημέρες χειμώνα ή καλοκαίρι, εκεί στο Βορρά. 200 χλμ. βόρεια της Στοκχόλμης, στη μέση του τίποτα, δεξιά απο το πουθενά, θαμμένοι μέσα στο χιόνι, ή στο καταπράσινο δάσος, ανάλογα την εποχή.

Το σπίτι, το δάσος και η λίμνη. Αλλα σπίτια???? με το κιάλι, στην άλλη πλευρά της λίμνης. Επικοινωνία? αντε και αν είναι χειμώνας, φορά ο άλλος το παγοπέδιλο και σούρχεται για επίσκεψη, πάνω στην λίμνη. Αλλιώς, παίρνεις το αυτοκίνητο......... 5 λεπτά και είσαι εκεί.

Μαγικό τοπίο. Παραμυθένιο. Μπροστά απο το σπίτι 10 βήματα η λίμνη. Στην άκρη το σπιτάκι με τα ψαρευτικά. Στην βεράντα του, παίρνουν πρωινό, μεσημεριανό, ή βραδυνό, ανάλογα με τα κέφια τους. Για μένα μοιάζουν όλα παραμυθένια βέβαια. Το ζω για λίγο, γυρίζω σελίδα και πίσω στα σίγουρα. Να μην έχω μία φωτό, σκαναρισμενη, είναι όλες σε χαρτί.

Η λίμνη, που παγωμένη ή όχι, ήταν κατάλληλη μόνο για φωτογραφίες απο μακριά, για μένα. Διότι η Ομόνοια είχε συντριβάνι, το οποίο ΔΕΝ πάγωνε. Οδηγίες του στυλ, "μην πατήσεις αν δεν σου πούμε, ότι είναι ασφαλής, η λίμνη" σ' εμένα ήταν άχρηστες. ΔΕΝ θα πάταγα ποτέ στην παγωμένη λίμνη. Επίσης δεν θα κολυμπούσα σε καμμία περίσταση. Ούτε πατινάζ θα έκανα. Ωραία ήταν που βοήθησα με τα μάτια, να κάνουν πίστα. Εγώ όρεξη για τσουλήθρα με τον πωπό, δεν είχα. Γιατί στα πόδια μου με, ή χωρίς μαχαίρια, με ή χωρίς καρέκλα (για τους αρχάριους) δεν υπήρχε περίπτωση να σταθώ.
Δεν θα κινδύνευα εγώ στο Γεναριάτικο φεγγάρι, για να έχω μία ωραία ανάμνηση.
Κανένα ψάρεμα κι αυτό, άχρηστο ήταν, γιατί τα ψάρια, δεν τρώγονταν τουλάχιστον απο εμένα.

Ο κήπος. Χιονισμένος τόσους μήνες, πρασίνιζε απο τον Μάιο, σε αρμονια με τα χρώματα των λουλουδιών που ξεφυτρώνουν εδώ κι εκεί. Μάάάάλιστα. Να μην ξέρεις που να πατήσεις, όταν είναι χειμώνας γιατί ποιός να ξέρει τι σε περιμένει απο κάτω, ποιός θα πατήσει ξυπόλητος στο χορτάρι ή έστω παππουτσωμένος. Στην πλατεία Κυριακού, το χορτάρι, ρητώς ΔΕΝ το πατούσαμε. Γιατί να το πατήσω, να του χαλάσω την γουνα του. Και που να πατήσεις αν όχι στο χορτάρι. Στις πέτρες που έκαναν τον διάδρομο, ως την λίμνη. Στα σίγουρα. Σε στέρεο έδαφος. Ασε τα ζουζουνοειδή, που κατοικοέδρευαν αμέριμνα. Είχαμε και σπίτι μας? ΟΟΟΟΟΟΟΟΧΙ (σαν του Μεταξά). Και μερικά μυριμιγκάκια, που μάζευε η Λίλα στην πλατεία, της έφευγαν ως να ξημερώσει η άλλη μέρα. "ποτέ δεν θα πειράξω τα ζώα τα καυμένα" έλεγε το ποιηματάκι. Γιατί να τα ενοχλήσω, να τα πατήσω κατά λάθος, να τα σκοτώσω. Απο τις πέτρες στα σίγουρα.

Να κόψω φρούτα? Berries.... ότι χρώμα θέλεις. Κούρσευε ο μικρός και ξεχώριζε μόνο το κεφάλι του που ήταν πορτοκαλί. Απο την παραγωγή στην κατανάλωση. Που να πλησιάσω. Και αν κανένα ζωίφιο μουρχόταν καταπάνω? Μια χαρά μου τα μάζευαν, τα ΕΠΛΕΝΑ και τα έτρωγα.

Ενα απόγευμα ήθελε ο Βίκινγκ να με πάρει μαζί του να μαζέψουμε μανιτάρια. Καντερέλες τα είπε. Εγώ μανιτάρια ήξερα του παραμυθιού, αυτά τα κόκκινα με τις βούλες, απο εικονογραφήσεις. Μάλιστα. Αυτά είναι δηλητηριώδη ! Ωραία. Τι μαθαίνει κανείς μετά απο τόσα χρόνια. Τα άλλα, τα μάζεψε απο το δάσος, στο οποίο αρνήθηκα πεισματικά να πάω, τα έφερε, πήρε ένα μαχαιράκι που απο πίσω είχε βουρτσάκι και τα καθάρισε. Τα έκοψε, τα έβαλε στο τηγάνι και τα έφαγαν. Δεν είχε την απαίτηση ευτυχώς η φιλενάδα μου να δοκιμάσω. Ο Σουηδός, καταλάβαινε απόλυτα. Είχε ζήσει το ίδιο έργο όταν η Μαργαρίτα πρωτοπήγε. Γιατί εκείνη τι ήταν? Πιό τσιμεντόπαιδο απο εμένα. Είχε αποφασίσει να μείνει εκεί. Και μανιτάρια έφαγε, και σκουλίκια μάζεψε και τι "κάνει μια μάνα για τα παιδιά της", μου έδειχνε, όταν έπιανε διάφορα βατραχάκια........αλλά δεν πτοήθηκα.

Ούτε βατραχάκι είχα δει στα 30 μου, ούτε ήθελα να δω, να με δει και να θέλει γνωριμίες να πηδήξει πάνω μου, απο την χαρά του. Ε, μία φορά απο μακριούτσικα ειδωθήκαμε.

Είδα και τα ελαφάκια που πέρναγαν απο εκεί, ήρθαν και κοντά, στην βεράντα, τι λες, μπήκα μέσα. Με το ζόρι ανεχόμουν τον σκύλο. Ξέρω γω τι προθέσεις είχαν? Πέταγε και ένας αητός και ξαναμπήκα μέσα. Ωρες ήταν να είχαμε και γνωριμία. Αν είναι να πετά, ας πάει πιό πέρα. Τα διαπιστευτήρια, δεν χρειαζόταν να μου τα δώσει. Βλέπω μακριά.

Σε κάτι δρόμους που έχει προειδοποιήσεις πως περνάνε ελάφια αδέσποτα μεγάλα τεράστια, να προσέχουν οι οδηγοί, έτρεμε η ψυχή μου να μην περάσουνε. να σου δώσει μία αυτό σε αποτελείωσε. Να μην αφήσω το κορμάκι μου στην έρημη γη. Υπάρχει Ελλάς.

Μια χαρά περνάω εκεί. Στην βεράντα καθισμένη να αγναντεύω και να μιλάω. Αν με πάνε κάπου με το αυτοκίνητο έχει καλώς. Αν χρειαστεί να οδηγήσω, πάω ως το χωριό. Δεν μου λείπει κιόλας. Αποτοξίνωση πάω να κάνω. Ασε που παθαίνω υπεροξυγόνοση, κάθε φορά απο τον καθαρό αέρα.
Ανεβαίνοντας με τα πόδια ένα απόγευμα ως τον κεντρικό δρόμο, μου είπαν "μην φας απο αυτές τις φράουλες". Εψαξα να δω που είχαν φράουλες, ήταν στην άκρη του δρόμου, κατάχαμα. "δεν είχα πρόθεση" απάντησα και συνέχισαν "θα φάμε απο τις άλλες που είναι καθαρές, μπροστά απο το σπίτι, αυτές είναι δίπλα στο δρόμο". Ενα αυτοκίνητο, το δικό τους κάθε τόσο πέρναγε, βρώμικες ήταν οι φράουλες! Οχι ότι έφαγα χωρίς να τις πλύνω. Το ίδιο και τα καρότα. Θαύμαζα την καταπληκτική ταχύτητα με την οποία τα παιδιά, καταβρόχθιζαν τα καρότα, ξεριζόνοντάς τα. Τα σκούπιζαν στα παντελόνια τους και χρούτς σαν λαγοί. Μπορεί να είχαν γεύση καρότου, που είχα να φάω απο τα παιδικά μου, αλλά άπλυτο τίποτα.

Α, μιας και είπα λαγοί. Οι λαγοί περνούσανε, τι πολλοί που είσαντε. Σουλάτσο στην λίμνη απο την μια άκρη στην άλλη. Μιας και ξαναπα λίμνη. Εξπέρ έγινα στο να ανοίγω τρύπες στην παγωμένη λίμνη για να ψαρεύουν οι άλλοι (σιγά να μην πιάσω να αγκιστρώσω σκουλίκι). Α, και είπα σκουλίκι. Τo compost. Οτι φυσικό το πήγαιναν εκεί για ανακύκλωση και μετά είχαν σκουλίκια για το ψάρεμα. Μάλιστα. Τότε δεν ήξερα τι ήταν ακριβώς η ανακύκλωση, στην αρχή, ως να μάθω που θα πετάω, τι, είδα κι έπαθα. Πάει κι αυτό, το έμαθα.

Δεν είμαι των άκρων. Του τσιμέντου είμαι και δεν αλλάζω αυτό που έμαθα. Ας πάτε σε όποια εξοχή θέλετε. Εγώ εδώ θα μείνω.............

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2007

Oι διακοπές του Αναξίμη

Καλοκαιράκι, μύρισε, νερά τρέχουν παντού, ο Αναξίμης ζεστάθηκε, άναψε, κόρωσε και αποφάσισε να κάνει διακοπές. Που? Στην Κυψέλη. Στην πολύβοη Κυψέλη όπου ζει αναντάμ παπαντάμ η οικογενειά του όλη. Δεν είναι και άσχημα.
Πρώτα, τα πολύ παλιά χρόνια, ζούσαν οικογενειακώς, στην πλατεία Βικτωρίας εεεε, παρντόν, Κυριακού, ήθελα να γράψω. Οι παππούδες του και οι προ-προ πάπποι. Στην οδό Φερρών. Σε μία αρχοντική τρίπατη κατοικία που κάτω απο τις σκάλες, είχε τόση υγρασία...........αααααααααααααα, και δροσιά, έλεγε ο παππούς Αναξίμανδρος. Επίσης κάτω απο τον νεροχύτη της κουζίνας, εκεί να δείτε "υγρασία". Εκεί να δείτε τσιμπούσια που γίνονταν. Τι ζάχαρες, άφηνε ο θείος Μίμης, τι ψίχουλα έπεφταν της γιαγιάς Βασιλικούλας, έλεγε ο παππούς ένα σωρό ιστορίες για την οικογένεια που τους φιλοξενούσε.
Τι παλαμάκια χτυπούσαν όταν τους έβλεπαν, τι φαγάκια τους έβαζαν για να τρώνε, τό τι αγάπη είχαν σ' όλη την οικογένεια δεν λέγεται.

Πέρασαν τα χρόνια, η γιαγιά Βασιλικούλα της οικογένειας έφυγε και ο θείος Μίμης με την Αννούλα, μετακόμισαν αλλού ο καθ' ένας. Ο παππούς του Αναξίμη, έμεινε πιστός στις μετακομίσεις. Ακολούθησε την Αννούλα μέσα στην γλάστρα της αράχνης. Εγκαταστάθηκε στην Κυψέλη. Είχε μαζί του την σύζυγό του, και τα παιδιά του. Αυτοί δεν είχαν όνομα. Δεν είχε ασχοληθει κανεις μαζί τους μέχρι τότε να τα βαπτίσει. Ενας ήταν ο Αναξίμανδρος. Οι υπόλοιποι ήταν απλώς της οικογένειας.
Η Αννούλα μετακόμισε στην Κυψέλη. Πρώτο μέλημα ήταν να φτιάξει σε μία πολλή όμορφη βεράντα, ένα κήπο. Υγρασίαααααααααααα, μια χαρά περνούσε ο Αναξίμανδρος και η οικογένεια όλη.
Απο φαγητό, όχι πως υπήρχε η μεγαλοπρέπεια της οδού Φερρών, αλλά παρόπονο δεν είχαν. Είχαν χάσει και τον θείο Μίμη με την ζαχαρίτσα. Ερχόταν σταθερά τις Κυριακές και ρώταγε γι αυτούς, όμως. Κρυφάκουγαν.

Κάποτε, κάποτε, έβγαιναν σεργιάνι όλοι μαζί. Κάποτε ο Αναξίμαδρος μόνος του. Οταν τους έβλεπαν, χειροκροτούσαν όλοι μαζί στην οικογένεια και φώναζαν το όνομά του. Τι χαρά !!
Πέρασαν τα χρόνια, τα παιδιά του έκαναν γνωριμίες στην Κυψέλη, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά. Χάσαμε τον παππού κάποτε, αλλά πιστό αντίγραφό του ο Αναξίμης, άρχισε να βγαίνει βόλτες στην τεράστια βεράντα, με τους πρώτους καύσωνες. Ανακάλυψε κάτι δροσιές.............. !!!! κάτι υγρασίες............. Ανακάλυψε κρυψώνες, που αν τον έβλεπε ο παππούς του θα ήταν χαρούμενος. Είχε έναν άξιο απόγονο.............

Νάσου τον λοιπόν να περνά ο Αναξίμης, τις διακοπές σε μία γλάστρα με ραπανάκια. Μέσα στην υγρασία, στην παχιά φυλλωσιά και σε μία δροσιά, ααααα, μανούλα μου ! Ασε το φαγητό, όσο νάναι πρώτης κατηγορίας. Ούτε στα καλύτερα εστιατόρια, ούτε στα πιό κρυφά του όνειρα. Το σουλάτσο απο εκεί στην δίπλα γλάστρα με την ρόκα δεν περιγράφεται. Θεριό η ρόκα, και δροσιά και φαί και υγρασία..... πασάς ο Αναξίμης. και φαί και σαλάτα και βόλτες και αραλίκι. Ζωή και κότα..... Κάθε τόσο πήγαινε μία βόλτα για να ξεμουδιάσει, ως το κοντινό μποστάνι, αλλα τα φυλλαράκια απο κάτι καχεκτικές καρπουζιές δεν του γέμισαν το μάτι. Πίσω στα σίγουρα ραπανάκια.
Μόνο αυτή η ενοχλητική κάθε τόσο έριχνε νερό. Μα, δεν τον έβλεπε? Είπαμε, υγρασία, ετούτο ήταν άλλο πράγμα. Πρωί -πρωί να μην τον αφήνει να χουζουρέψει, τι στο καλό. Να τον ξεσηκώνει απο τις 6.30, μέσα στα μαύρα χαράματα. Α,αααα, έπρεπε να λάβει μέτρα. Πάνω στον καλύτερο ύπνο, τον πρωϊνό.........φλούουουουουπ μια ποτηστήρα με νερό. "Σιγά κυρά μου, μούσκεμα με έκανες". 1-2-3 πρωϊνά, δεν ήταν κατάσταση αυτή. Επρεπε να βγεί στην επιφάνεια, να πει καλημερα, να τον δει, να σταματήσει αυτός ο καταράκτης. Τουλάχιστον τόσο πρωί....
Ναι, μέσα στην νύστα και την βιασύνη, τον Αναξίμη θα έβλεπε η ζουζούνα. Κι όμως, κι όμως, όταν εκείνος αποφάσισε να κόβει βόλτες στην άκρη της γλαστρούλας, ωωωωωωωωωωωπ, αναπήδησε εκείνη. "Αναξίμηηηηηηη" του βροντοφώναξε και άκουσε την επιστροφή της φωνής της να αντιλαλεί στην πρωϊνή ησυχία.
Μα, τι στο καλό, της έφυγε η ποτηστήρα απο το χέρι και του έριχνε νερό πάλι????? Οχι, το είχε αφήσει κάτω και χτύπαγε παλαμάκια απο την χαρά της, που τον είδε.

Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα. Ενας ένας που ξύπναγαν απο την οικογένεια, μάθαιναν για τις διακοπές του Αναξίμη. "ήρθε, ήρθε, εδώ, είναι θα φάει τα ραπανάκια.....χαλάλι του" ξεφώνιζε η ζουζούνα.
"ευτυχώς" αναστέναξε ο Αναξίμ, "τουλάχιστον θα φάμε" και πήγε παρακάτω στη σκιά του.
Ηταν σίγουρος ότι θα περνούσε ήσυχα τις διακοπές του και την ζωή του γενικά σ' αυτό το σπίτι. Κάτι ήξερε ο παππούς που τους ακολούθησε στη μετακόμιση...........

Ο Αναξίμης που λέτε, είναι άξιος απόγονος του Αναξίμανδρου, του σαμιαμιδιού, που φέραμε απο την Φερρών. Είναι ένα μικρό μικρό σαμιαμιδάκι, όσο το μικρό δακτυλάκι του χεριού μου. Εχει ένα ροζουλί απαλό χρώμα και κάτι μαύρα ματάκια σαν κεφάλι καρφίτσας. Η ουρά του ξαπλώνεται στο χώμα με μεγαλοπρέπεια και τα χεράκια και ποδαράκια του, είναι τοσαδούλια.
Η οικογένειά του ζει μαζί μας, πάάάάρα πολλά χρόνια, όπως καταλάβατε, είναι το γούρι του σπιτιού, οι ψυχές των προγόνων, δεν ξέρω τι ακριβώς, ο Θείος Μίμης, λέει πως τα παλαμάκια τα τρομάζουν και φεύγουν, όμως αυτά δεν πτοούνται διόλου.

καλές διακοπές Αναξίμη, είσαι ευπρόσδεκτος στην γλάστρα μου.

Τρίτη 17 Ιουλίου 2007

"Μιας εικόνας, χίλιες λέξεις"..... συνέχεια

Η θεία Λένα, έγραψε και "έγραψε" ομολογουμένως. Επισκεφθείτε την να διαβάσετε!! Eυχαριστώ θεία Λένα, οδηγό των ονείρων μας !
Kαι ο Ικαρος που πετά ψηλά, απογείωσε την εικόνα με την ιστορία του.
Ωωωωωωωωωωωπ, δεν σας προλαβαίνω. Και η Greka έγραψε ένα υ π έ ρ ο χ ο κομμάτι και ο Κλέαρχος υποσχέθηκε ....
και όσο βολτάρω, βλέπω και άλλους και άλλους.
χαίρομαι και ευχαριστώ πολύ

Μαθήματα Ιστορίας

Με αφορμή την ανάρτηση στο blog του Αθεόφοβου, μίας φράσης και την περιήγηση στο "πρόσφατο" παρελθόν, σας παροτρύνω να διαβάσετε ολίγα.
Είναι πράγματα που μάλλον αδιάφορα θα περάσουν απο τα μάτια κάποτε, όταν όμως έρθει "η ώρα", θα βρίσκονται στο σωστό "κουτάκι". Απολαύστε το.

Ταξιδεύοντας

Στο χρόνο και τον τόπο. Στο μυστήριο, στην φαντασία και στην πραγματικότητα.
Η Ραλλούκα, o Βασίλης, και η Κοκό, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκλησή μου, έφτιαξαν απο μία ωραία εικόνα. Μια ιστορία για να συμπληρώσει την πανέμορφη φωτογραφία που μου έστειλε ο Νίκος, για το ταξίδι που δεν μπόρεσα να πάω, στην Νορβηγία.
Δεν έχω παρά να τους ευχαριστήσω για τα ταξίδια που μου προσέφεραν - και σ' εσάς κατ' επέκταση - και να απολαύσουμε όλοι μαζί τις "εκπληκτικές ικανότητές τους στη γραφή".
Ταξιδέψτε μαζί τους κι εσείς. Η επιστροφή..... θα είναι δύσκολη.

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2007

Μια εικόνα, χίλιες λέξεις


Παρ' ότι παρασκευή και 13 σήμερα, εύχομαι τα καλύτερα για όλους. Σας προσφέρω μία εικόνα και σας καλώ να γράψετε γι αυτήν. Blogoφιλοι και μή, ακονίστε τις πέννες σας !!
Ιδιαίτερη πρόσκληση στην Rallou , Θεία Λένα, Get a life, Σπιτόγατος, Καλέστε και τους φίλους σας, η πρόσκληση είναι ανοικτή !!

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2007

Εγινα Νονά

Καλέ, τα μάθατε? Νέα φοβερά!! Τρεχάτε να σας πω. Γίναμε κουμπάρες με την Ραλλού. Της βάπτισα το "μισό" blog. Εφτανε μία "θρίξ" η άτιμη για να μας κουμπαρέψει !

Εχουμε πολλαπλή συγγένεια εμείς, ξέρετε με την Ραλλούκα. Κάποτε έψαξα για την λέξη "σπανακόπιτα" στο google και έπεσα πάνω στο blog της.
Εγινε η blogoμαμά μου. Με παρακίνησε, με συμβούλεψε, μου έδωσε τις βάσεις, με "προστάτεψε", μου έστειλε κατεβατά e-mails για να φτιάξω blog. Κάτι καταλάβαινα το χαζό παιδί, κάτι μου διόρθωνε η blogoμαμά, τα κατάφερα να γίνω η blogoκόρη της!

Ικανή κόρη μιάς άξιας blogoμητέρας.

Εν τω μεταξύ, είχαμε βαπτίσια. Μεταξύ παρασκευής και Σαββατοκύριακου. Μεταξύ παραλίας και ψαριού, γίναμε κουμπάρες. Εγινα νονά. Εστω και "μισή" είμαι ΝΟΝΑ.

Φύτρωσε μια τρίχα η άτιμη, σε άσχετο τόπο και χρόνο. Δεν πρόσεξε η τριχούλα και πήγε και στρώθηκε στη mostra της Ραλλίτσας. Τι ήταν κι αυτό? Συναγερμός στο blog. Ηρθαν απρόσκλητες και προσκεκλημένες, άσπρες, κόκκινες, καστανές, ξανθούλες και περτικαλιές.
Κοντές, μέτριες, μακριές. Ολες άφησαν τα μηνυματάκια τους.
Τέτοια συρροή, που δεν προλάβαμε να σας καλέσουμε όλους. Ηταν όλα τόσο ξαφνικά.

Προσκλητήρια? Ε, στείλαμε αρκετά. 4 λεξούλες φορτώσαμε σε χάρτινο καραβάκι με οδηγό την καρδιά. "an almost white θριξ" by Ραλλού. Δεν διαβάσατε. Για "εμπάτε", για χωρέστε. Για να δείτε. Για θαυμάστε, για περάστε!

Μπουμπουνιέρες? Τι, δεν πήρατε? Α, σας στείλαμε με courier.
Δεν είσαστε στην σωστή παραλία ? Δεν λάβατε τα βότσαλα που είχαμε για κουφέτα, μέσα σε συννεφάκια ζάχαρης? Οχι να το παινευτούμε, είχαν και μεγάλη ζήτηση βέβαια, λόγω αφ' ενός της πρωτοτυπίας, αφ' ετέρου της πληθώρας κόσμου που είχαν οι παραλίες και δεν ξέρω αν τελείωσαν πριν προλάβετε. Υπομονή, θα παραγγείλω άλλα για το επόμενο Σαββατοκύριακο.

Ηταν ένα blog που "αναγεννήθηκε". Αλλάξε φορεσιά, έβαλε τα βαπτιστικά του και νάμαστε εμείς οι χαρούμενες κουμπάρες. Η μητέρα, να καμαρώνει για το blog και η κόρη για την κουμπαριά.
Είμαι Νονά. Ραλλού σε ευχαριστώ πολύ, που με διάλεξες !!!

Τρίτη 10 Ιουλίου 2007

Ακροβασίες




Mπαλάκι απο τον 'Σπιτογατούλη", που γράφει, διαβάζει, .... νοικοκυρεύει. Θα δώσει και εξετάσεις αλλά το blog, blog. Κάνει και διακοπές, άργησα εγώ να γράψω, κάποτε θα... ¨συναντηθούμε".




Ακροβασίες


"Ηρθες στη ζωή μου αργά", επαναλάμβανε συνεχώς, για να το πιστέψει ο ίδιος. Είχαν βρεθεί κατόπιν πολλών παρακλήσεών του. Είχε επιμείνει και θα επέμενε. Την ήθελε αυτή τη γυναίκα. Οπως τόσες άλλες.

Του άρεσε. Τον εξιτάριζε η παρουσία της. Ηθελε να βρεθεί μόνος, μαζί της. Ηθελε να της πει τόσα πολλά. Ηθελε και τι δεν ήθελε.

Ποιός έχει δει μαθητή στο πρώτο ραντεβού? Ηταν επιτέλους μόνος μαζί της. Ετρεχε στο βρεγμένο δρόμο με δυνατή βροχή. Με ταχύτητα. Ηταν "ευτυχισμένος" . Ηταν επιτέλους μαζί της. Πάραυτα, ένοιωθε αμήχανα. Ηταν κάτι που ήθελε, αλλά τώρα που την είχε δίπλα του, δεν ήξερε πως να φερθεί. Γύριζε και την κοίταζε. Του χαμογελούσε. Του χαμογελούσε κι εκείνος έχανε τον κόσμο. Είχε χάσει την αυτοπεποίθησή του? Γιατί ήταν έτσι εκείνος? Πως ήταν έτσι. Αρχής γενομένης απο το "γεια χαρά" κοκκίνησε σαν 16άρης. Επακολούθησε ένα ωραίο απομεσήμερο. Κάθε προσέγγιση ήταν αδύνατη. ... Ηταν σκληρή. Ηταν επίμονη. Ηθελε και δεν ήθελε. Χαμογελούσε και την κοιτουσε. Χανόταν στο βλέμμα της. Ηθελε να της πει τόσα και όσα καταφερνε να αρθρώσει, στο κενό έπεφταν. Ενοιωθε το αίμα ν' ανεβαίνει στο πρόσωπό του, να κοκκινίζει σε κάθε τους κουβέντα. Εκείνη ήξερε να παρακάμπτει τους υφάλους, επιδέξια. Τον πείσμωνε η συμπεριφορά της.

Η κουβέντα πηγαινε τριγύρω, άναβε, έκανε περίπατο σε λόφους και παραλίες και την έσβηνε η βροχή που επέμενε όλο και περισσότερο όσο πέρναγε η ώρα. Τον κοίταζε, του χαμογελούσε, αλλά τίποτα περισσότερο. Αισθανόταν ότι είχε ένα "βραχάκι" απέναντί του. Δεν σκεπτόταν τίποτα. Δεν μπορούσε να σκεφτεί. Ηθελε να την κλείσει στην αγκαλιά του. Ηθελε και τόσα άλλα.

Οδηγούσε σε ένα βρεμμένο δρόμο. Σταμάτησε, στην ακρη και έφτασε στο χείλος του γκρεμού. Προσπάθησε να την προσεγγίσει. Εμεινε ατάραχη σαν παγόβουνο. Γύρισε και την κοίταξε. Το βλέμμα της τον έστελνε σε άλλο ουρανό. Προσπάθησε να απαλύνει την δύσκολη ώρα. "αν βάλω 1η αντί για όπισθεν?" αστειεύτηκε. "Δεν σε συμφέρει να σε βρούν στο γκρεμό μαζί μου" του απάντησε. Πάγωσε. Δεν περίμενε αυτό.

Εβαλε την όπισθεν και ξεκίνησε. Ηταν σιωπηλός για το υπόλοιπο του δρόμου. Ετρεχε σε ένα βρεγμένο δρόμο με μεγάλη ταχύτητα. Δεν είχε σκέψεις. Ολα είχαν αδειάσει. Η μουσική έπαιζε δυνατά. Την ήθελε. Μόνο αυτό. Τον ζέσταινε η παρουσία της, ήθελε να μείνει εκει δίπλα της. Το απόγευμα τελείωσε. Το ίδιο και η βροχή. Ηθελε να την ξαναδεί. Ηθελε να έχει χρόνο μαζί της. Δεν του υποσχέθηκε τίποτα. Του χαμογέλασε απλά.

Οι επόμενες συναντήσεις έδιναν υποσχέσεις, όπως αυτές που έδινε στον εαυτό του. Επεφτε μονίμως πάνω σε ένα τοίχο. Επεφτε σε γκρεμό. Μα του είχε γίνει συνήθεια. Την ήθελε? Οχι. Ενα πείσμα ήταν;

Ο γερό χρόνος, έφερνε τα παιδιά του, πέρναγαν και μεγάλωναν όλοι. Η σχέση δεν προχωρούσε. Δεν την άφηνε εκείνη να προχωρήσει. Δεν της έλεγε όχι. Εμενε μία σχέση "στοργής". Κάποτε γινόταν παιγνίδι, κάποτε σοβάρευε, κάποτε γινόταν επικίνδυνη, κάποτε άλλοτε πείσμωνε.

Πέρασαν χρόνια. Χρόνια πολλά. Την ήθελε και δεν την είχε. Ηταν πάντα παρούσα μα όχι δική του.

Την άφησε να του μάθει, πως δεν γινόταν να τα καταλύουμε όλα. Αρκέστηκε στο να την έχει δική του, μυστικά, κρυφά απο όλους. Μία σκέψη, μία εικόνα, μερικές συναντήσεις, άπειρα τηλεφωνήματα,. Θα την είχε μόνο με τους όρους της. Αλλά ήταν δική του. Ηθελε να είναι κοντά της, όποτε το ήθελε εκείνη να του χαρίζει μια καλημέρα. Ηταν εκείνη που του χαμογελούσε και άλλαζε ο κόσμος. Περίμενε ένα τηλεφώνημά της και "ξεκουραζόταν". Σε κάθε συνάντηση, το στομάχι δενόταν κόμπο, τα γόνατα λύνονταν, οι λέξεις χάνονταν. Η σιωπή πολλές φορές, ήταν κυρίαρχος του παιγνιδιού και η βροχή. Σε κάθε συνάντηση έβρεχε. Λες και ο καιρός, τον συμπονούσε. Εστελνε ο Αίολος, τους ασκούς να αδειάσουν πάνω απο κάθε συνάντηση. Ηξερε πως εκείνη τον σκεπτόταν πάντα, ήταν σε μιαν άκρη για να τον ακούσει, να τον συμβουλέψει να του χαμογελάσει. Του άρεσε αυτό. Δεν της χάλασε ποτέ χατήρι. Δεν τον "παράκουσε" ποτέ. Ομως στεκόταν ένα παγόβουνο μπροστά του.
Πέρασαν χρόνια και καιροί και παραμύθια τόσα. Την ήθελε. Την ποθούσε. Λαχταρούσε ένα της φιλί, μια αγκαλιά, ενα χαμόγελο. Θέλησε να την ξαναδεί μακριά απο όλα. Μόνοι οι δυό τους. Δεν του χάλασε χατήρι. Ηταν χαρούμενος. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί μέρες ολόκληρες. Οτι και αν έκανε την έβλεπε μπροστά του. Βρέθηκαν με ήλιο, ένα πρωϊνό του Οκτωβρίου. Την κοίταξε απο μακριά, όπως ερχόταν. Ενας ηλιος της χάϊδευε το πρόσωπο. "Ηρθα γλυκέ μου" του σιγοψυθίρισε, όπως την εκλεινε στην αγκαλιά του. "Είσαι δική μου" της απάντησε. Είχε χάσει τον κόσμο. Ηθελε να μείνουν έτσι. Πόση ώρα έμειναν αγκαλιασμένοι? Πόση ώρα έμειναν στην σιωπή? Του κράτησε τα χέρια, του χαμογέλασε και γύρισε να φύγει. Μπήκε το αυτοκίνητο του χάρισε μια ματιά και χάθηκε στον ορίζοντα.
Την άλλη ημέρα, άνοιξε ανόρεκτα την τηλεόραση, άλλο ένα κοινότυπο πρωϊνό ξημέρωνε. Επρεπε να πάει στη δουλειά. Εκείνος ήθελε να μείνει εκεί να ονειρευτεί, αυτό που έζησε, αυτό που ονειρευόταν όλο το βράδι. Την αγκαλιά της. Ξαφνικά, πάγωσε. Κοίταξε την οθόνη. Μετέδιδε μία είδηση για ένα αυτοκίνητο, που έφυγε στον γκρεμό, εκεί όπου είχαν βρεθεί την προηγούμενη ημέρα. Ακουσε το όνομά της, μέσα σε ένα όνειρο. Είδε το αυτοκίνητό της στο βάθος της χαράδρας. Εμεινε ακίνητος. Εκεί όλη την ημέρα, να κοιτά το κενό, χωρίς να μπορεί να μετακινηθεί. Δεν είχε κουράγιο να σηκωθεί. Στο μυαλό του ήταν χαραγμένο το όνομά της. Αγάπη.

Πέμπτη 5 Ιουλίου 2007

To χρονικό ενός ταξιδιού

Ενός ταξιδιού που δεν ήταν και δικό μου. Eνός ταξιδιού του οποίου ήμουν αυτουργός και συνταξιδιώτης. Ενός ταξιδιού με πανικό. Και γκρίνια. Αρκετή γκρίνια ομολογουμένως. Διότι ενός κακού μύρια έπονται, λέει η παροιμία. Και την ακολουθήσαμε την παροιμία, μη τυχόν και ξεφύγουμε.
Η "γκαντεμιά" αρχίζει απο την κράτηση "Γιατί να ξυπνήσω πρωί να φυγω με την πτήση των 7.30", μουρμούρισε ο επιβάτης. Εφ όσον δεν είχαμε εναλλακτική, τι να κάνει έφυγε με την πτήση των 7.30. Πρωί-πρωί Δευτέρας με το χάραμα.
Για την ακρίβεια στ’ αυτιά μου ήχησε το «μαμάααααααααααα, γιατί να πετάξω τόσο πρωί?»
Εντάξει, σε συμπονάμε, τι άλλο μπορούμε να κάνουμε.
Ξύπνησα στις 5 για συμπαράσταση. Νοερή. Ηταν ότι καλύτερο μπορούσα να κάνω.

Όλα πήγαν …. μισο-καλά. Και η παραμονή και τα κέφια και οι δουλειές εκεί…. Εμένα στ’ αυτιά μου όλες αυτές τις ημέρες παραμονής ηχούσε ένα «Μαμάαααααααααααααα (όλα μου φταίνε)".
Αφού λοιπόν, όλα πήγαν μισο-καλά, πως το τέλος θα ήταν αίσιο? Αίσιο ήταν, μην ακούτε τι λέω. Αν δεν ήταν αίσιο, θα μαζεύαμε φτερά και καθίσματα στο όρος Πήλιο – ο Θεός να φυλάει.

Όταν 4 ώρες πριν την επιστροφή, ο επιβάτης, για λόγους ανωτέρας βίας – εντάξει δεν αντιλέγω - χρειάστηκε να ταξιδέψει όσο πιο νωρίς γινόταν, τι να κάνω? Προσπάθησα.
Στις 16.30, λοιπόν, θυμηθήκαμε («Μαμάαααα, πρέπει να γυρίσω νωρίτερα»), ότι δεν θέλουμε την πτήση των 19.35, αλλά αυτή των 18.40 Αυτή ήταν η πτήση που είχε διαφορά μόνο 35 Ευρώ. Διότι η πτήση των 18.00 δεν είχε παρά πρώτη θέση και η διαφορά ήταν 124 Ευρώ. Σιγάάάάά.

Εφτασε ο ταξιδιώτης στο αεροδρόμιο, πλήρωσε τα 35 Ευρώ, και πηγαίνοντας να τσεκάρει, νάσου και βλέπει πως η πτήση των 18.40 είχε μισή ώρα καθυστέρηση. Τι μας κάνει αυτό? 19.10 στην καλύτερη περίπτωση.
«Μαμαάάάάάάάάάάάα, η πτήση μου δεν φεύγει στην ώρα της».

Η Μανούλα, έπινε, μπαρντόν – προσπαθούσε να πιεί έναν έρμο καφέ, αλλά το κινητό, της, χτυπούσε με ρυθμό πολυβολείου σε μεγάλες φούριες.
Λέξεις και φράσεις ανακατωμένες σε μία σύγχυση και πανικό. Ανάθεμα και αν κατάλαβα τίποτα. Ματαίω κυρίω τω Θεώ μου και τω ταξιδιώτη, που τι θα έκανε? «θα σε πάρω αργότερα».
Μάλιστα. Θα με πάρει αργότερα. Δηλαδή θα ξανα-διακόψω την συζήτηση για να μου πει τα υπόλοιπα. Και τον καφέ. Κρύωσε. Τι να απολαύσω.

Σε λίγο, πιστός στην υπόσχεση, έμπλεος πανικού όμως, ξαναχτυπά.
«Μαμάαααααααααααααααααααααααα,». Όλα ανακατεμένα. Ευρώ, που έχουν πληρωθεί, καθυστερήσεις που έχουν γίνει, αεροπλάνα και βαπόρια δώστε μου να φύγωωωωωωωωω της γυναίκας.

Ωρα μετά από λίγο. Ο άλλος καπαδόκης. «.........αααααααααααααααααα» ομοιοκαταληκτικώς όπως το Μανούλααααααααααααααααα, για να ξέρουμε τι λέμε. «τι ώρα θα έρθει ο ταξιδιώτης στην εγκατάστασηηηηηηηηη????».

Αχ Θεέ μου τι αμαρτίες πληρώνω να μην μπορώ να πιώ ένα καφέ, σαν άνθρωπος, να συντάξω μία κουβέντα της προκοπής, να μην διακόπτω τον συνομιλητή, ο οποίος σημειωτέον, δεν έχει απαντήσει σε καμία γραμμή από τις 50 φορές που έχει χτυπήσει το κινητό του, κι εγώ να έχω έναν πανικόβλητο στην Αθήνα και ένα στην Θεσσαλονίκη να μιλάνε με άγχος και ακατάληπτα και οι δύο μαζί………

Παρακάλεσα πολύ απλά, «κάνε μου ένα τηλεφώνημα, όταν θα φθάσεις».
Η απάντηση που πήρα, παρατίθεται στην κρίση των ψύχραιμων, γιατί εγώ δεν κατάλαβα και εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω. «θα πάω σπίτι, να πάρω αυτοκίνητο». «Δεν θα μου τηλεφωνήσεις με το αυτοκίνητο» ήθελα να πω, «όταν θα φθάσεις, παιδί μου, να ησυχάσω» ψέλλισα κοίταξα την ώρα. 18.20, ε, έως τις 19.20 θα είχε φθάσει.

Αφοσιώθηκα στον καφέ, το κουλουράκι (ήταν και νόστιμο πανάθεμά το) και τον συνομιλητή μου. Ανακάθισα και προσπάθησα να τα απολαύσω όλα αυτά. Τι απόλαυση. Με τα μάτια καρφωμένα στο ρολόι ήμουν. Πλαγίως να μην δίνω και άλλες λαβές.

Ο συνομιλητής, εξακολουθούσε να μην απαντά στις κλήσεις του, η κουβέντα γινόταν όλο και πιο ενδιαφέρουσα, αλλά το κινητό μου σιωπούσε.
19.30, 19.45, 20.15, 20.30….., αποφάσισα να ζητήσω συγνώμη, γιατί είχα αρχίσει να χάνω την υπομονή μου. Μου είχε λείψει εκείνο το «μαμααααααααααααααααααα, δεν βρίσκω ταξί». Το παζλ μου έμενε ατελείωτο.

Μία κλήση στο αεροδρόμιο, με ενημέρωσε ότι η πτήση είχε φθάσει στις 20.30, ενώ αυτή που είχαμε αναβάλει είχε αφιχθεί στην ώρα της 20.20.
Πληρώσαμε 35 ευρώ για να επιστρέψουμε 10 λεπτά αργότερα……….. Μπράβο της Aegean………….

Η ώρα περνούσε και κατά τις 21.15 αποφάσισα να τηλεφωνήσω. Ντρεπόμουν –
ξε-ντρεπόμουν, έριξα τα μούτρα μου, είπα «συγνώμη» και έστειλα μήνυμα. Όχι που θα μου γλύτωνε.
«μαμάααααααααααααααααα, έφθασα». Δόξα σοι ο Πανάγαθος. Τα καταφέραμε.
Θα πίναμε το ποτό μας τουλάχιστον με ησυχία. Ημιανάπαυση.

Η επόμενη ημέρα.

Σιγή το πρωί, πότησα με την ησυχία μου, οδήγησα με την ίδια ησυχία. Μια καλημέρα, με το ζόρι έφθασε κατά τις 9.30 μία άλλη αργότερα. Στο μεταξύ είχα πιεί καφέ και δεν μου είχε λείψει το «μανούυυυυυυυυυυυλα» κανενός.
Όμως το θέμα συνήθως πρέπει να λήγει εντός 24 ωρών………….. οπότε τι να κάνω κατά το μεσημέρι, «έριξα τα μούτρα μου και ενόχλησα». «Θα μου πεις τι έγινε να ενημερώσω»……

Τα λοιπά είναι γνωστά, να μην μακρηγορώ.

Το τέλος της όλης ιστορίας έκλεισε με μία αμίμητη ερώτηση του ταξιδιώτη που είχε πληρώσει τα 35 Ευρώ από την τσέπη του «Μανούλαααααααααααα, τα θέλουμε τα 35 Ευρώ, θέλουν να μου τα δώσουν πίσω». Το άκρον άωτο της κούρασης ! «ρωτάς να ρωτήσω την τσέπη σου?, ρώτα την εσύ» Απάντησα μέσα σε γέλια, διότι συγνώμη μου φάνηκε πολύ αστείο.

Ορκος δακτυλοσταυρομένος και γονατιστός : «Ποτέ δεν θα ξαναβγώ από το γραφείο αν δεν έχει επιστρέψει ο ταξιδιώτης μου από το ταξίδι του.
Αν βγώ θα πάω στο σπίτι μου κατευθείαν, να κάθομαι να περιμένω.
Στην καλύτερη περίπτωση θα πάω στο αεροδρόμιο να τον περιμένω, να γυρίσει σίγουρα»

Μαμάαααααααααααααααααααα θέλω να παραιτηθώ τώωωωωωωωρα.

Τρίτη 3 Ιουλίου 2007

Γκρίνια και άλλα θέματα

Aγαπημένοι μου,
Διαβάζετε, διαβάζετε, καλά περνάτε - κατά γενική προφορική ομολογία - άλλα ένα σχόλιο δεν λέτε να αφήσετε. Σας βλέπω, ότι περνοδιαβαίνετε απο το blog. Σας βλέπω 4-5 να κάνετε σουλάτσο ώρες-ώρες. Κάτι διαβάσατε. Δεν έχετε τίποτα να πείτε? Σας έφαγε η γάτα της Ραλλούς την γλώσσα?
Μου τα λέτε, μου τα στέλνετε με mail και πρέπει να τα μεταφέρω.....(βαριέμαι λίγο), δεν λέτε να πατήσετε το comments να γράψετε κάτι τις. Να γεμίσει το blog μου, να διαβάσουν κι άλλοι, να γράψουν και αυτοί.
Αχ, κι εγώ που περιμένω να δω, ποιοί με διαβάζουν. Απο εσάς τους γνωστούς, τους φίλους. Οι άλλοι, ε, θα με μάθουν με τον καιρό! δεν έχω και απαίτηση.
Εγώ θέλω να ξέρω ότι περνάτε καλά με τα γραφόμενά μου κι ότι δεν βαριέστε.
Ορίστε θέμα : "Αντιγόνη"
Του Σοφοκλή ασφαλώς ποιά Αντιγόνη? η μανάβισσα στο Μαραθώνα? Οχι. Κάτι ερωτήσεις που κάνετε ώρες-ώρες ! Ποιός είχε δει την παράσταση της Αντιγόνης με την Μουτούση σε σκηνοθεσία Βογιατζή πέρσι? Σχόλια? Ποιός την είδε εφέτος? Πως σας φάνηκε? Διαφορές? ομοιότητες? ε? ξέρω ήδη δύο που ήταν το ίδιο βράδι στην Επίδαυρο (όλα τα μαθαίνω εγώ), χωρίς να γνωρίζονται απαραίτητα και ο ένας έβλεπε την παράσταση για δεύτερη φορά.
Λοιπόν, σας προκαλώ. Η αταξίδευτη εγώ, που δεν κουνιέμαι ούτε μέσα στο Λεκανοπέδιο. Που το θέατρο Λυκαβητού, μου φαίνεται μακριά πιά. Σας προκαλώ να μου πείτε. Να με οδηγήσετε σε νέους δρόμους. να μην διαβάζω μόνο τις κριτικές απο την εφημερίδα.

Περιμένω............
και θα συνεχίσω να γκρινιάζω, ως να σας μάθω να γράφετε..........