Ελάτε να γιορτάσουμε

Ελάτε να γιορτάσουμε
Σαφώς... φορέσαμε και τιάρα !

Σάββατο 18 Αυγούστου 2007

Διαμάντια του βυθού

«Όλα δικά σου μάτια μου», τον άκουσε να της λέει. Είχε αναδυθεί. Γύρισε και τον κοίταξε, διακόπτοντας το διαβασμά της. Της χαμογελούσε. Στην ποδιά της είχαν πέσει μικρά βοτσαλάκια χρωματιστά που λαμπύριζαν. «Μου έφερες μπριλάντια από το βυθό για την συλλογή μου?» του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Σ’ ευχαριστώ πολύ». Εκείνος έσκυψε για ένα πεταχτό φιλί στο κεφάλι της, όπως συνήθιζε. «Για την πριγκηπέσα μου, όλους τους θυσαυρούς του βυθού». Ανταπάντησε. Κάθισε δίπλα της, αφού απίθωσε δίπλα όλα τα σύνεργα της κατάδυσης. Την αγκάλιασε. «Λοιπόν, πως πέρασες όλες αυτές τις ατελείωτες ώρες τις σιωπής?» την πείραξε. «Διαβάζω, σε σκέπτομαι και περιμένω τον πρίγκηπά μου, του χαμογέλασε. Επιασαν κουβέντα για τα όστρακα του βυθού, για τα ψαράκια, για τα χταπόδια, ως που σουρούπωσε. Κινήθηκε να μαζέψει το βιβλίο της και την πετσέτα. «Εχει πανσέληνο απόψε, δεν θα μου στερήσεις την χαρά», πρότεινε βέβαιος για την απάντησή της.
Αντιπρότεινε «θα σε πάω μία βόλτα». Την κοίταξε. «που θέλει το μικράκι μου να με πάει? Βόλτα στο φεγγάρι?». Η ερώτησή του έμεινε αναπάντητη. Τι του ετοίμαζε? Μπήκε βουβός στο αυτοκίνητο μαζί της. Ξεκίνησε και του είπε «θα σε πάω σε μαγικά μονοπάτια, απόψε». «Ετσι, βρεγμένο πρίγκιπα, με θέλεις?» αστειεύτηκε. Ηταν βυθισμένη στις σκέψεις της. Οδηγούσε ήρεμα και σταθερά.
Τον πήγε σπίτι του. Η πόρτα άνοιξε και χαρούμενες φωνές την υποδέχτηκαν.
«Νονά αργησες» κρεμάστηκε στο λαιμό της και την φιλούσε η Αννιώ «ναι αλλα τώρα ειμαι εδώ και σου έφερα βότσαλα για την συλλογή σου. Σταμάτα να κάνεις το πιθηκάκι. Μεγάλωσες πιά!» της απάντησε εκείνη και γύρισε προς το μέρος του. «Είδες πόσο μεγάλωσε?». Εκείνος ήταν σα χαμένος. Πολύ φυσικό. Τόσα χρόνια τους είχε αφήσει. Μεγάλωσε η Αννιώ, η Βέρα, ήταν μία λυγερόκορμη έφηβη ίδια η μητέρα της, όλοι ήταν εκεί. Η Μαριώ του, με τα άλλα δύο αγόρια της και ο Παντελής, ο μικρός Παντελής, Κοίτα, αχ, πως γκρίζαραν οι κρόταφοι του…., η αδελφή του, η γλυκιά Νόρα, η ανηψιά του με τα μακριά ξανθά μαλλιά, ίδια της γιαγιάς της, ο Δημητρός. Πόσα χρόνια είχαν ν‘ ανοίξουν πανιά μαζί. Ο Σπύρος, η Λούλα, τα δίδυμα. Μα, αυτά ήταν νεαροί πια.
Ενοιωσε το χέρι της στον ώμο του. «βλέπεις? Ολοι εδώ είμαστε. Ολοι μαζί αγαπημένοι. Όπως μας άφησες. Συνεχίζουμε την ταινία που ετοίμασες, σκηνοθέτησες και άφησες στην μέση».
Είχε βουρκώσει. Ενας κόμπος είχε ανέβει στο λαιμό του. Γύρισε από την άλλη πλευρά να μην τον δει. Δεν μπορούσε να της απαντήσει. Τι σπάνιο δώρο ήταν αυτό που το έκανε. Μετά από τόσα χρόνια να τον φέρει πάλι πίσω. Αυτό το μικράκι του πάντα τον αγαπούσε. Τώρα περισσότερο.
Κοίταξε την μεγάλη του κόρη την Βέρα. Ολόϊδια η μητέρα της. Μελαχροινη ομορφιά με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια. Της είχε αδυναμία. Είχε ζήσει περισσότερο μαζί της. Ηταν η πρώτη. Μετά την ανηψιά του, η πρώτη δική του ζύμη. Ένα ζυμαράκι που του χαμογελούσε κάνοντας μικρά βηματάκια να τον φτάσει. Γύρισε το βλέμα στην Μαριώ του. Το κορίτσι που είχε γνωρίσει είχε μεγαλώσει αρκετά….. Είχε γοητευτεί από την παρουσία της, προσπάθησε στην πορεία να την αγαπήσει, προσπάθησε. Την είχε πικράνει τόσο….
Κοίταξε γύρω του. Όλα είχαν αλλάξει. Οι φωτογραφίες έμεναν στη θέση τους, να θυμίζουν ευτυχισμένες οικογενειακές στιγμές. Στιγμές χαρούμενες. Στιγμές που είχε μαζί του πάρει, θαμμένες όμως τόσα χρόνια. Λιγο πιο πέρα, στέκονταν οι δικές του φωτογραφίες. Τότε στην Γερμανία, στην Αμερική, στην λιακάδα του Λυκαβηττού , στο σκάφος.
Του έλειψε ξαφνικά και την αναζήτησε με το βλέμμα. Καθόταν όπως συνήθως στην αγαπημένη της πολυθρόνα και πήγε και θρονιάστηκε δίπλα της, στο μπράτσο όπως παλιά.
Γύρισε και τον κοίταξε γλυκά. «Γάτε, πως τα βλέπεις?» του γέλασε. Γάτο, τον έλεγε γιατί τριβόταν σαν χαδιάρικο γατί. Πόσα χρόνια ειχε να το ακούσει. Δεν τον ειπε ποτέ κανείς έτσι. Σέβονταν ότι αυτό της ανήκε. «Όλα άλλαξαν» της ψιθύρισε, φιλώντας την στο κεφάλι «όλα άλλαξαν, μονο εσύ μένεις ίδια. Και το δώρο που μου έκανες, αξίζει όσο μια ζωή», «τη ζωή που μου χάρισες», ανταπάντησε εκείνη και αφοσιώθηκε στην κουβέντα της με την Νόρα.
Κανόνιζαν που θα πάνε για την Πανσέληνο και εκείνη ήταν πάντα συμβουλάτορας. Φώναζαν όλοι μαζί, χάλαγαν τον κόσμο. Προτάσεις έπεφταν στο τραπέζι, σχέδια για διασκέδαση. Πόση ανεμελιά κουβαλούσαν. Πόση ηρεμία ……
Οι μεγάλοι γύρω από το bbq διασκέδαζαν. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ο Παντελής να διεκδικεί την μπριζόλα του, με γέλια από τον Δημητρό, η Λούλα να τρυπά το λουκάνικο και αυτό να μην ψήνεται. Μέσα σε γέλια τρανταχτά, να τους ακούει η γειτονιά, ως συνήθως.
Πήγε δίπλα της και την σκούντηξε. «Ο Στέφανος που είναι?» «αργεί, δεν θυμάσαι, πάντα αργούσε» του πέταξε εκείνη, ενώ συνέχισε να ρωτά τα παιδιά για την παραλία στο Μαύρο Λιθάρι. Ολοι εδώ. Ολοι οι αγαπημενοι του εδώ μπροστά του. Κι εκείνος να παρακολουθεί με λυμένα τα γόνατα και ένα κόμπο στο στομάχι. «Μόνο εγώ λείπω», σκέφτηκε και ταξίδεψε.
Τον παρατηρούσε με την άκρη του ματιού της. Να τους κοιτά όλους, να τους εξετάζει, να τριγυρίζει ανάμεσά τους. Ηθελε χρόνια να τον φέρει εδώ. Από τότε που αποφάσισε πως δεν είχε λόγο να του είναι θυμωμένη που έφυγε. Τότε που τον έκανε σύντροφο αχώριστο στην καθημερινότητα, στα ταξίδια, στις βόλτες, σε ότι είχαν ζήσει μαζί.
Του χρώσταγε αυτό το ταξίδι μαζί της εδώ μέσα. Και είχε δίκιο. Τον έβλεπε να χαϊδεύει τα κεφάλια των παιδιών να τα κοιτά στα μάτια, να χαίρεται μαζί τους. Φαινόταν ευτυχισμένος. Ηταν ευτυχισμένος. Τον ήξερε καλά.
Το κουδούνι της πόρτας την έφερε πίσω. Ανοιξε, μιας και ήταν πιο κοντά. Αντι για καλησπέρα, ο Στέφανος της είπε «είμαι ανήσυχος. Νομίζω πως ταξιδεύω με τον Τζώρτζη όλη την ημέρα». Τον καλησπέρισε ήρεμα μ’ ένα φιλί. «εδώ είναι, μαζί μας. Υποσχέθηκα να παρακολουθήσω την κατάδυση, αν ερχόταν».
«Εκβιασμός, καθαρός εκβιασμός, μικράκι» της σφύριξε από μακριά εκείνος.
«Ναι, αλλά είσαι ευτυχισμένος, είσαι πλήρης» του απάντησε εκείνη. Ένα ελαφρύ αεράκι, τρύπωσε στο σαλόνι. Εκανε τον μεγάλο πολυέλαιο να κουνηθεί και τα κρυσταλλάκια να κουνηθούν σε ένα περιέργο ρυθμό. Σιωπή απλώθηκε μεμιάς. Ο Παντελής σηκώθηκε ήρεμα και κινήθηκε προς το σαλόνι. Επιασε με το χέρι του το φωτιστικό και προσπάθησε να το σταματήσει. Η μουσική δυνάμωνε και το κούνημα το ίδιο.
«Ψυχές, περνάνε» είπε ο Στέφος και πήρε τον Παντελή παράμερα. «Το αγαπημένο του παιγνίδι ήταν να παίζει με τα κρύσταλλα». Κατευθύνθηκαν προς το μεγάλο μπαλκόνι που ήταν και οι άλλοι. «Η ζωή, συνεχίζεται» φώναξε και άρπαξε από το πιάτο του Παντελή ένα μπριζολάκι. Τα παιδιά είχαν γυρίσει στην βοή τους, χωρίς να δώσουν άλλη σημασία.

Εκείνη στάθηκε στην άκρη της βεράντας και κοίταζε τον πρίγκιπά της να καλπάζει μακριά, στο φως της Πανσελήνου. Την χαιρέτησε κουνόντας το χέρι και φωνάζοντάς της. "Θάρθω πάλι, σ' ευχαριστώ". Μια γαλήνη απλώθηκε στο πρόσωπό της. Ηταν ευτυχισμένος. Κι εκείνη.