Aντέτε, αντέτε στο καλό, όλοι σας.Φεύγετε και μου κουνάτε μαντήλια, όπως χρόνια τώρα.
Απο τότε που μικρούλα, έφευγαν όλοι απο την πλατεία και έμενα μόνη. Ο Χρήστος, η Λίλα με τον Τάκη, η Νέλλη με τον Δημητράκη, η Μάρι, ε, αυτή δεν είχε άδελφάκι, ερχόταν με την Αντα την νταντά της. Ο Μίνως, τα παιδιά απο την τάξη. Ολη η παρέα. Ολη η καλοκαιρινή παρέα. Ολοι αυτοί που μοιραζόμαστε τα χαλίκια στα γόνατά μας, όταν πέφταμε, όλοι αυτοί, που δεν πατούσαμε το χορτάρι της πλατείας.
Απο τότε που μικρούλα, έφευγαν όλοι απο την πλατεία και έμενα μόνη. Ο Χρήστος, η Λίλα με τον Τάκη, η Νέλλη με τον Δημητράκη, η Μάρι, ε, αυτή δεν είχε άδελφάκι, ερχόταν με την Αντα την νταντά της. Ο Μίνως, τα παιδιά απο την τάξη. Ολη η παρέα. Ολη η καλοκαιρινή παρέα. Ολοι αυτοί που μοιραζόμαστε τα χαλίκια στα γόνατά μας, όταν πέφταμε, όλοι αυτοί, που δεν πατούσαμε το χορτάρι της πλατείας.
Τέτοια μέρα με αποχαιρετούσαν όλοι. Ποτέ δεν είχα ρωτήσει που πήγαιναν. ή τουλάχιστον δεν θυμάμαι. Μόνο για τον Χρήστο ήξερα σίγουρα. Λουτράκι. Κάθε χρόνο. Και κάθε χρόνο ερχόταν πίσω με ένα βραχιολάκι. Χρωματιστό για το χεράκι μου. Η Ζαμπέτα, η νταντά του, φρόντιζε γι αυτό. Εμαθε κι εκείνος, πως το "καϋμένο" το κοριτσάκι, έμενε μόνο του πίσω στην πλατεία. "πως πέρασες?" με ρώταγε κάθε χρόνο. Τι να του απαντήσω. Ηταν ο αχώριστος σύντροφος στα παιγνίδια, στα μπάνια με το πούλμαν. Τον κοίταζα μόνο. Ποτέ δεν μου είπε, πως πέρασε στο Λουτράκι. Ισως για να μην με πληγώσει.
Εμενα μόνη σε μια πλατεία που τον Αύγουστο έμοιαζε νεκρή. Με την κούκλα μου την Μπουμπού, υπο μάλης για παρέα, τριγύριζα ανόρεκτα. Ούτε πυργάκια με το μπρικάκι μου στο σκάμμα, ούτε όρεξη για στρατιωτάκια αμίλητα, ούτε τίποτα. Κάποια παιδάκια υπήρχαν, αλλά δεν....
Μερικά απογεύματα, κάποιες βόλτες στο πάρκο, απάλυναν τον πόνο. Ο Τονίνο και η Ρόζα
με την μαμζέλ Λέλα, έπαιζαν στις κούνιες. Αχώριστοι καλοκαιρινοί φίλοι. Εμεναν κι αυτοί μόνοι το καλοκαίρι ή τουλάχιστον δεν έφευγαν τον Αύγουστο. Εμεναν Αθήνησι και μάθαιναν γαλλικούλια. Α, τώρα θυμήθηκα. Τους έβλεπα και κάθε Πέμπτη, τις ημέρες που ο ήλιος ήταν σύντροφος στα παιγνίδια. Τις καλές ημέρες του χρόνου, που η μαμά έβγαζε κάλο στον πωπό απο το κάθισμα στο παγκάκι, όλο το απόγευμα (όπως έλεγε). Κάθε Πέμπτη, εκείνα τα χρόνια, οι νταντάδες που έφερναν τα παιδάκια στην πλατεία, είχαν ρεπό. Ετσι, τα παιδάκια έμεναν μέσα κι εγώ, προνομιούχα με την μαμά και την μικρή Λένα αργότερα στο καρότσι, βγαίναμε βόλτα στο πάρκο.
Στις καλοκαιρινές κούνιες του πάρκου, μιας και οι μόνιμες, έμπαιναν στην συντήρηση. Λάδωμα, βάψιμο, τρίψημο....... Ενώ οι καλοκαιρινές, μας πρόσφεραν άπλετη σκιά, παιγνίδια όπως κρυφτό και κυνηγητό, ήταν απαγορευμένα, οπότε, κούνιες και άμμος, σήκωναν όλο το βάρος. Κάτι τραμπάλες, που τις φοβόμουν και μία ψιλή τσουλίθρα, που δεν την πλησίαζα. Προτιμούσα την μικρή γνωστή ροζ, στις κλασσικές κούνιες.
Κάθε πρωί, το μπάνιο με το πούλμαν στην Βουλιαγμένη, ήταν επιβεβλημένο. Μόνο το καλοκαίρι του 67, εν αναμονή της μικρής, δεν θυμάμαι καν αν πήγαμε. Κενά μνήμης. Ε, μετά απο τόσα χρόνια, τι περιμένεις? Ενα παλτό μου έπλεκε η μαμά για να "απαλύνει" τον πόνο μου.....
Οπλα, μπαλάσκες, ε, όχι. Σωσίβια, ψωμοτύρι, σαγιονάρα, ο Χρήστος απαραίτητα με την Ζαμπέτα, και δρόμο το πρωί. Μια χαρά βόλτα με το πούλμαν, τι μας φαινόταν. Εκδρομή ολόκληρη. Επιστροφή το μεσημέρι, στη ζέστη και φαγητό, έτοιμο απο τον φούρνο του Μπαλάσκα, αφού προηγουμένως, στην γωνία, δινόταν η απαραίτητη υπόσχεση "ραντεβού" για το απόγευμα, και σιέστα ως τις 5.30. Ποιός μας κράταγε μετά.
Τα χρόνια περνούν αλλά το σκηνικό μένει ίδιο. Να φεύγετε, κάθε τέτοια εποχή, να κουνώ μαντήλι, να περιμένω να γυρίσετε. Δεν μπορώ πια να συγκρατήσω πότε θα φύγει ο καθ' ένας, πότε θα γυρίσει και που θα πάει.
Επίσης, απο εκείνα τα χρόνια, δεν κάθομαι, ποτέ να μάθω πως περασε ο καθ' ένας. Αντίδραση, πες το, κακιούλα πές το, ποτέ δεν παρακολούθησα τις ταξιδιωτικές αφηγήσεις. "σκασίλα μου" έλεγα και γυρνούσα την πλάτη. Και τώρα το ίδιο κάνω. Ο καθ ένας φέρνει τα δικά του. Οταν και άμα θα πάω, θα φέρω τις δικές μου εικόνες.
Με πιάνει ένα "σύνδρομο στέρησης" αλλά μου περνά γρήγορα. Είμαι δυνατή εγώ, απο παλιά. Μένω τελευταία να σας αποχαιρετήσω, πρώτη να σας συναντήσω ξανά τον Σεπτέμβριο. Απο συνήθεια μουρμουρίζω και τραβώ για τα κρύα. Απο αντίδραση δεν μπορώ την ζέστη.....
Να περάσετε τις καλύτερες των διακοπών σας, να γεμίσετε εικόνες, να φέρετε πολλές πολλές ξενοιασιές απο την εξοχή και με το καλό να τα πούμε στο τέλος του μήνα,
με όλους.