Εντολή μητέρας, σούζα τα ποντίκια.... Κλινήρης η μητέρα απο την Κυριακή, έχει πιάσει δεξί στασίδι, διότι η πλάτη η μέση και το γοφιό, δεν συνεννοούνται! Αμίλητη, με τον πόνο της, δίνει κάποιες κατευθυντήριες κάθε τόσο, σε σιγανό τόνο και επιστρέφει στο διάβασμά της. Οσες ώρες την βλέπω, γιατί είναι περιορισμένες.
Εθχές το πρωί, εδέχθην τηλεφώνημα. "πάρε λίγο ποντίκι, να κάνεις σούπα". Πήρα χαρτί και μολύβι και δεν μ' έφτασε το post-it. Ελεγε, έλεγε, έλεγε... και τελειωμό δεν είχε. Αναρωτήθηκα αν τα έλεγε όλα για μένα, ένα καρότσι σούπερ μάρκετ, τίγκα!Τι με περίμενε, ήξερα, αλλά το εύρος, δεν μπορούσα να το αντιληφθώ, μεταξύ γραφείου και σούπερ μάρκετ.
Η σκληρή πραγματικότητα ήρθε, όταν αντιμετώπισα την κουζίνα. Οχι πως δεν μ΄αρέσει να μεγειρεύω. Κάθε άλλο. Το κάνω κάθε μέρα σχεδόν. Αλλά η μοσχαρόσουπα, δεν ήταν το καλύτερό μου, με την κούραση που σέρνω, εκείνη την ώρα."Να δυναμώσει" σκέφτηκα, δεν βαριέσαι και ζώστηκα την ποδιά, ακούγοντας οδηγίες, πρωτίστως για το βραδυνό της. "δεν με κάνεις κι ένα μπανάκι", την άκουσα να ψυθιρίζει και ως μεγάλη γυναίκα πήγα πιο κοντά! "τι"???? αναφώνησα!
"Λίγο να κάνω ντουσάκι" ξανάπε δυνατότερα... Αυτό δεν το είχα σκεφτεί, η αδελφή της είχε έρθει επίσκεψη, ο σύζυγος ήταν εκεί... η κόρη προχθές το βράδυ.... γμ την αγανάκτηση μέσα, εγω θα το κάνω κι αυτό!!!
Κάναμε και ντουσάκι σε λίμνες νερού, πήρα και την σφουγγαρίστρα... "Η Μαριάννα, χώραγε στο ένα μου χέρι και την έκανα μπάνιο στον νιπτήρα", αναστέναξα κάποια στιγμή...
"Αντε να βάλεις το κρέας να βράσει", ακούστηκε δυνατά.... "χάραξέ το πρώτα λίγο, βάλε νερό κι αλάτι" συνέχισε ακάθεκτη, κι ήρθε να δει, ήταν ακόμη νεγκλιζέ με την πετσέτα του μπάνιου, "Να το κοιτάς, γιατί θέλει ξάφρισμα...." συνέχισε ακάθεκτη.
Ενταση φωνής, καλή, άρα μέση και γοφιό καλύτερα... Μάλιστα..
Βάζω το κρέας, σε μια κατσαρόλα, με την πρώτη βράση, αρχίζω το ξάφρισμα. Το βάζω σε μεγαλύτερη να πάρει νερό περισσότερο για σούπα. Οση ώρα έβραζε, έπρεπε να καθαρίσω τα συμπαρομαρτούντα. Πηγαιν' έλα, να ακούσω τι έλεγε, είχε και μια παραλαπιπίαση, να μου πει όλα τα νέα, μην χάσω, να μαζεύω εδώ κι εκεί πράγματα, και να συντονίζω τον ασυντόνιστο.
"Ρίξε και τις ντομάτες, ετοίμασέ μου το φαγητό μου, σε κανα τέταρτο ρίξε και ... αλάτι έβαλες είπαμε μια κουταλιαααααααααααα?... ρίξε και το κρεμμυδάκι και το καρότο με τις πατάτες. Τα κολοκύθια στο τελευταίο τέταρτο, αν και αν είναι κολοκολόκυθα, δεν θα βράσουν. Ρίξτα όλα μαζί".
Κατά τις 9.30 αποφάσισα να ζεστάνω κάτι να φάω. Βγήκα έξω, τουρτούριαζα, αλλά μέσα, τα πυρά ήταν δυνατά και δεν θάτρωγα.
Ως τις 9.45 τα είχα ρίξει όλα μέσα. "Πάω για ένα ντουσάκι" της φώναξα και χώθηκα στο καυτό νερό.
Στις 10.01, ήταν στην κουζίνα. "Το έκλεισα, γιατί πέρασε η ώρα (κατά ένα λεπτό), θα το αφήσουμε να ησυχάσει και θα το σουρώσουμε μετά..."
Αυτό το "σουρώσουμε' το θυμώμουν απο τα παιδικά μου, όταν την έβλεπα να το μαγειρεύει.
Ηξερα τι με περίμενε και τι τζουμπλέκι ειχα να πλύνω μετά.
Εχετε πλυντήριο? Εμας μας έμεινε απο την συγχωρεμένη και το έχουμε στολίσει στην βεράντα. Κάνει το τραπέζι προς το παρόν...
Με την επίβλεψή της (το γοφιό καλύτερα συνεπώς, τόπαμε), ως άλλη πεθερά της διότι "η νύφη εγεννήθηκε της πενθεράς να ομοιάζει", έδινε εντολάς περί του σουρώματος, διότι, πιστευε πως η ανόητη 50άρα κόρη της δεν ήξερε πως να το χειριστεί.
"κράτησα κονσομέ", της είπα κάποια στιγμή και έβγαλα στο φλυτζάνι λίγο ζωμό.
"Ο κονσομές" με κοροϊδεψε, "είναι με αυγολέμονο....." εγώ γιατί νόμιζα πως δεν είναι, μην συζητάτε...έφερε το φλυντζάνι της και της γέμισα λίγο. Οχι, σιγά μην δεν δοκίμαζε.
Υστερα, μέτραγε τους κόκκους ρυζιού που έβαζα στην χούφτα μου, για να μετρήσω την δόση.
"Πέντε χούφτες, όχι γεμάτες' τόνισε, τις γέμισα εγώ, τι έχω ακουσει δεν λέγεται...
Η σούπα ετελείωσε στις 11.15. Εγώ ήμουν λιώμα, ο νεροχύτης τα χάλια του και τον άφησα για το πρωί και η Αννούλα, ευτυχισμένη γιατί θα έτρωγε το πολυπόθητο σήμερα.
Α, δεν σας είπα. Εχουμε ένα θέμα με ένα δοντάκι και δεν μασάμε. Ολα μαζί θα το κάνει στο μούλτι, πουλπα να τα φάει !!!!
Χαλάλι, περάσαμε απίθανα εχθές, και ωραίο φαγάκι φτιάξαμε. Την Κυριακή πάλι... overdose...
