Τρίτη 13 Ιουλίου 2010
Vivre ensemble, c' est pour toujours...
Ενα τσίμπημα στην καρδιά αισθανόταν κάθε φορά που την συναντούσε. Τα γόνατα έτρεμαν, το στομάχι δενόταν κόμπο. Πόσα χρόνια γνωρίζονταν? Πόσες φορές είχαν ειδωθεί μετά το σχολείο! Πόσες φορές δεν είχαν βρεθεί με την μεγάλη παρέα των συμμαθητών. Κι όμως κάθε φορά αυτό το τσίμπημα, αυτό το γλυκό μουδιασμα.
Δεν του ήταν αδιάφορη, της άρεσε που βρισκόταν τριγύρω. Η χαρά τους ήταν έκδηλη όταν βλέπονταν και το έδειχναν. Αντάλλασε πάντοτε δυο κουβέντες ιδιαιτέρως μαζί της. Επιανε συχνά την ματιά του να την παρακολουθεί, όπως περιφέρετο στο χώρο. Ζήταγε καθε ευκαιρία, να καθίσει δίπλα της. Μα, κι εκείνη το ίδιο.
Μιλούσαν σπάνια στο τηλέφωνο. Ομως είχαν πει τόσα πολλά.
Ηταν μια ήρεμη βραδυά οπως τόσες. Καθόλου διαφορετική απο τα τόσα χρόνια που βλέπονταν. Καθόταν δίπλα της, κατά τύχη και κάποια στιγμή, ενώ συζητούσαν, εκείνος, πέρασε το χέρι του στην πλάτη της καρέκλας. Οσο διαρκούσε η κουβέντα, ένοιωσε το ανεπαίσθητο αγκάλιασμα του χεριού του, στο μπράτσο της. Ηθελε να αφεθεί στην αγκαλιά του, αλλά εκείνος εν τω μεταξύ, είχε πάρει το χέρι του μακριά.
Μετακινούμενη στο χώρο να μιλήσει με όλους, όπως συνήθως, κάθισε κάποια στιγμή απέναντι του. Η κουβέντα, τριγύριζε σε πολλά θέματα, ούτε και προλάβαινε να τελειώσει το ένα και ξεκινούσε άλλο.
"γιατί" θυμόταν αργότερα, να τον ρώτησε κάποια στιγμή, κι εκείνος χωρίς να την κοιτά, της απάντησε "γιατί σ' αγαπώ". Εμεινε με την απάντηση, παρ' ότι είχε ξεχάσει την ερώτηση κιόλας. Οι κουβέντες την παρέσυραν αλλού. Προσπαθούσε ωστόσο να πετύχει το βλέμμα του να την κοιτά. Δεν τα κατάφερε. Την απέφευγε, ή ήταν ιδέα της. Η ώρα προχωρουσε και αποχωρήστηκαν, δίνοντας ραντεβού κάπου στους επομενους μήνες.
Εμεινε με εκείνο το "γιατι σ' αγαπώ" κι αναρωτιόταν. "τι αγάπη είναι ετούτη?" "η αγνή, η παιδική, η συνήθεια", απαντούσε μόνη της, ωστόσο την "βασάνιζε" ... πρώτη φορά τον είχε ακούσει να εκφράζεται έτσι. . Οι ημέρες περνούσαν και κάποτε κάποτε αναλογιζόταν την κουβέντα του. Της άφηνε μια γλύκα στο μυαλό, η εικόνα.
Την σκεπτόταν συχνά, χανόταν στις εικόνες της. Στα λόγια της. Είχε μιαν άκρη του μυαλού δική της. Ενα απο τα τυπικά τηλεφωνήματα, ξεκίνησε με τα συνηθισμένα και έκλεισε με μια πρόσκληση για καφέ απο εκείνον. Την είχε αφήσει άφωνη. Το περίμενε, το ήθελε, αλλά... ήταν ξαφνικό. Πως ήταν ο παιδικός της έρωτας, δεν το αρνήθηκε ποτέ, δεν το παραδέχτηκε δημοσίως ποτέ, ήταν καιρός να το μάθει όμως, τουλάχιστον εκείνος. Τι θα είχε να της πει, άραγε..
Ενα κρύο Κυριακάτικο πρωϊνό, συναντήθηκαν σ' ένα ζεστό καφέ, και κάθισαν πλάι-πλάι. "Ηθελα να ζήσω αυτή τη στιγμή, πολλά χρόνια" ξεκίνησε να της λέει, αφήνοντάς την άφωνη. Αρκέστηκε να του χαμογελάσει και τον κοίταξε στα μάτια. "Κι εγώ, απο παλιά" του απάντησε ήρεμα, ενώ ένοιωσε το χέρι του να ψάχνει το δικό της. Εμειναν ώρα να κρατούν ο ένας τον άλλον με τις ματιές τους, βαθιά η μια στην άλλη. Χωρίς να μιλάνε.
Είναι μερικές σιωπές που τα λένε όλα. Είναι αυτές οι σιωπές που μιλά το κορμί. Είναι αυτές οι εκκοφαντικές σιωπές, που δεν θέλεις να τελειώσουν ποτέ.
Ο αχνιστός καφές, είχε γίνει χλιαρός ήδη, όταν θυμήθηκαν πως ήταν εκεί μπροστά τους. "Ενας καφές που κρύωσε", της είπε, χαμογελώντας της. "Δυο καρδιές που είναι ζεστές" του απάντησε χωρίς ν' αφήσει το χέρι της απο το δικό του.
Οι ημέρες κυλούσαν με τηλεφωνήματα και συναντήσεις. Ο ρυθμός ήταν αργός, αλλά, ολη αυτή η προσμονή να βρεθούν, τους έκανε να ανυπομονούν ακόμη περισσότερο.
Νεές κουβέντες, όμορφα λόγια, ματιές γλυκές, αγγίγματα...
Μήπως ήταν όνειρο. Αλλά δεν μπορεί να ήταν όνειρο. Ηταν πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που την ζούσε και ήθελε να ήταν ένα παραμύθι. Ενα αληθινό, το δικό τους παραμύθι. Το χαμόγελό του την ζέσταινε, το χαμόγελό της τον φώτιζε.
Εμειναν έτσι ο ένας στην σκέψη του άλλου ως τα βαθιά γεράματα. Ηταν γεμάτη αυτή η σχέση. Δεν χρειάζονταν τίποτα άλλο. Μια σχέση στοργής.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
