Ελάτε να γιορτάσουμε

Ελάτε να γιορτάσουμε
Σαφώς... φορέσαμε και τιάρα !

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2007

Εκθεση της μαθητρίας..."πως πέρασα εκεί μακριά"


Σεπτέμβριος 2006.
«πρέπει να φύγω», μουρμούριζα αρκετές ημέρες. Επρεπε να φύγω. Να αλλάξω εικόνες, να αλλάξουν όλα. Ετσι πίστευα. Ρωτώ και ξαναρωτώ την Δέσποινα στο Τορόντο «είσαι σίγουρη πως με θέλεις»?
Την επόμενη φορά, μου απαντά, η προσφορά θα κλείσει. Υστερα, δήλωση στον boss. Τι να μου πει… όχι θα μου έλεγε? Κλείσιμο εισιτηρίου. Εγώ δεν πίστευα ότι θα φύγω. Διαδικασίες για ταυτότητα, να μην έχουμε την παιδική, μεγαλώσαμε. Ας τα να πάνε. Διαδικασία για διαβατήριο. Κάτι πιο εύκολο έγινε εδώ και 8 Νοεμβρίου είχα και από τα δύο.
23 Δεκεμβρίου.Αναχώρηση πρωί κατά τις 6 από τον Βενιζέλο. Ξύπνημα στις 2.00 (κοιμήθηκα καθόλου?)Κοιμήθηκα από τις 22.00 ως τις 2.00 και περιμένω το ταξί. Εγώ και οι δύο βαλίτσες και η μαμά που ξεπροβόδιζε το παιδί της, να πάει στο καλό. Τους λοιπούς τους είχα φιλήσει από δύο ημέρες πριν. Το πριγκηπάκι που γεννήθηκε στις 22, δεν πρόλαβα να το δω. Μου ήρθε με φωτό στον Καναδά.

Καθισμένη – νυσταγμένη στις αναχωρήσεις μετά από εκείνο το «βάλτε στο σακκουλάκι σας….» περίμενα υπομονετικά την πτήση. Επιβίβαση. Περνάω στον διάδρομο και αναστενάζω, χωρίς να το καταλάβω. Το κατάλαβα όταν οι κυρίες μπροστά μου, γυρίζουν και με κοιτάζουν με απορία «γιατί αναστενάζεις κοριτσάκι μου?» λένε . Εκείνη την ώρα γέλασα όμως ήμουν για κλάματα μάλλον. Τέτοια ανακούφιση που έφευγα? Και για ό,τι άφηνα πίσω? Σιγά να μην σκέπτομαι τι άφηνα πίσω. Θέση στο διάδρομο, και δίπλα ένα Γερμαναρούδι που κοιμόταν από την ώρα που απογειωθήκαμε, ως την ώρα που φθάσαμε σπίτι του. Όχι ότι εγώ πήγα πίσω. Κάτω από το βλέφαρο τον είχα τον ύπνο. Μετά, άντε να βρεις την επόμενη πτήση για Τορόντο, σε εκείνο το απέραντο αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης. Μιας όμως και το παίζουμε στα δάκτυλα, μετά τα απαραίτητα και φτηνά Clinique βρήκα το δρόμο μια χαρά. Υπερατλαντική. Πόσα χρόνια είχα να κάνω τέτοια πτήση. Ας το καλύτερα. Στην επόμενη πολύωρη πτήση, τι καλά που ήταν. Διότι αν η κοινωνική ζουζουνα, δεν πιάσει την κουβέντα στα πέριξ, πως θα περάσει τέτοιο ταξίδι. Σε πολλές γλώσσες κιόλας. Και ο ηλιος να ρίχνει αχτίδες στο πρόσωπό μου και να κοιμάμαι και κάποτε φθάσαμε. Αεροδρόμιο? Κάναμε αεροδρόμιο εμείς όπως οι Γερμανοί? Με το αυτοκίνητο ένα τέταρτο για να βρούμε τις βαλίτσες και να τελειώνουμε. Κάποτε φθάσαμε. Ρώτησαν αν είχα "σπόρους" μαζί μου, απάντησα όχι και τελείωσε η "ανάκριση".
Και που πήγαινα εγώ στο άγνωστο, με οδηγο την μνήμη να βρω την Δέσποινα? Στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα. Κι όμως. Την είδα να με κοιτά, μόλις άνοιξε η πόρτα και βγήκα έξω. Κόσμος και κοσμάκης, περίμενε τα σόγια του. Εγώ πως την εντόπισα με μια ματιά? Το αίμα (?).
Κουρασμένη από το πολύωρο ταξίδι, που ήμουν? Στο Τορόντο. Απιστεύταμπλ. Ακόμη και εκείνη την ώρα δεν το πίστευα ότι ημουν εκεί. Η Δέσποινα, Ο Κρις, η Σούζυ, όλοι στην παράταξη να με μαζέψουν. Ελληνο-Καναδο-πορτογαλλικά και γαλλικούλια σκέτα, σε όλο τους το μεγαλείο, έπαιξαν τις υπόλοιπες ημέρες. Ο John, έκανε φιλότιμες προσπάθειες να μην μιλά γρήγορα να καταλαβαίνω…. Δύο σκύλοι, τρείς γάτες και 5 love birds, συν όλους εμάς μαζί…….. μια χαρά.

Σε προάστιο, σικ, με μονοκατοικίες, χάλια, χάλια σας λέω. Αμερικανιές, ξέρετε. Το σπίτι τους, ένα σπίτι μικρό, χάλια, χάλια σας λέω. Δύο πατώματα, με άπειρα μεγάλα δωμάτια. Ολίγον από βίπερ Νόρα για τις παλιές που ξέρουν από τέτοια. Ασε το basement. Οτι υπάρχει στην επιφάνεια, υπήρχε και στο υπόγειο. Τέλεια σπίτια στημένα με χρήση σαλονιού ή υπνοδωματίων ή δεν ξέρω τι άλλο. Πως ζούνε ανήλιαγα στα "υπόγεια" ήταν η απορία μου. Δεν την έλυσα. Μήπως έχουν ήλιο για να ξέρουν πως είναι ? Με το ζόρι. Πίσω αυλή, όση το σπίτι περίπου, που το χειμώνα είναι μέσα στην «ξεραϊλα», διότι τι να φυτρώσει ντάλα στο -10? Όταν πάω καλοκαίρι θα σας πω. Χιόνι? Ποιο χιόνι? Τι είναι χιόνι? Στο Τορόντο δεν είδα χιόνι. Για 3 ώρες κάποιο πρωί και μετά… το έλιωσε. Ισα να το βγάλω μία φωτό πρόλαβα.Και βροχή κάποιο βράδι που ψιλόριξε. Είχα τον ήλιο μαζί και τον έβγαλα από την βαλίτσα μου έλεγαν. Το κρύο, κρύο, αλλά κατά τα άλλα, μια χαρά.
Όπως πήγα στις 23, έπεσα για ύπνο γιατί κάτι το ταξιδι, κάτι η αλλαγή της ώρας….. σιγά μη δεν ξύπναγα εγώ στις 3. Το πρωί, σκοτώθηκαν να με φροντίσουν σαν μωρό παιδί. Και τις υπόλοιπες ημέρες ήμουν το μωρό τους. Να με νταντέψουν, να με κανακέψουν, λες και ήμουν σπίτι μου.
Εγώ για πρωί, ήθελα μόνο εναν ελληνικό καφέ να συνέλθω. Οπως κάθε μέρα.
Στις 25 το πρωί, σηκωθήκαμε και στις 8.00 είμαστε στο σαλόνι για να πάρουμε τα δώρα μας. Ο Αγιος Βασίλης περνάει χαράματα απο εκεί..... κουτιά και πακέτα και σακούλες και κορδέλες και ζαχαρωτά και τον Αγιο δεν τον είδα, ψέμματα δεν θα σας πω. Ενώ στην Σουηδία , τον είδα, δεν μπορώ να πω! (άλλη ώρα αυτή την ταραχή).
Που πήγαμε? Μα κάθε μέρα, πηγαίναμε κάπου. Κάθέ μέρα, έβλεπα και κάτι καινούργιο. Τίποτα δεν ζήλεψα, τίποτα δεν μου έκανε εντύπωση. Ούτε τα Μalls, ούτε τα μεγάλα parking, που ήταν δωρεάν, ούτε ψώνισα ιδιαίτερα. Μηδέ οι δρόμοι, γεμάτοι λακούβες, ούτε η εξοχή (δεν μ' αρέσει έτσι κι αλλιώς).
Οι περίεργες πάπιες τους, που σηκώνονταν σύννεφο μου έκαναν εντύπωση και πετούσαν σε συνδιασμούς. Οι μεγάλοι δρόμοι τους προς πάσα κατεύθυνση. Οι Εθνικές οδοι. 4 λωρίδες να τρέχουν προς μία κατεύθυνση και 4 να επιστρέφουν. Συν 2 λωρίδες δεξιά και 2 αριστερά, παράλληλα. Τα φανάρια στους δρόμους για τα αυτοκίνητα, που ευρίσκονται απέναντί σου και όχι στο πεζοδρόμιο δίπλα και μπροστά σου. Ακατανόητο? και για μένα. Αν δεν προσέξεις και οδηγείς, βρίσκεται στο κέντρο της διασταύρωσης.


Τα φαγητά? Ξέρω γω. Δεν διαμαρτύρομαι. Ξεκαθάρισα ότι δεν τρώω μπάμιες και τελείωσε εκεί το θέμα. Μαρμελάδες και χοιρινό και μοσχάρι, δεν έτρωγα πρώτη φορά. Το μόνο που ήθελα γιατί αυτό μου λείπει, ήταν να πίνω καφέ απλωμένη στα Tim Hortons. Κάτι σαν Goody's αλλά χωρίς φαγητό. Γλυκά και καφέ. Ούτε τα μαγαζιά τους που ήταν ανοικτά τις Κυριακές μου έκαναν εντύπωση. Ούτε που ήταν ως αργά το βράδυ ανοικτά. Ποιός έχει όρεξη στις 23.00 να ψωνίζει λάχανα. Και τα εστιατόρια.... χμ..... μάλιστα. Επισκευθήκαμε ότι τυπικό υπήρχε. Ωραίο φαγητό, δεν λέω. Λίγο λαδάκι δεν έχει κανείς για λαδομπούκι. Δεν μπορώ τα στεγνά. Το στομαχάκι μου, διαμαρτύρεται εντόνως.
Χριστούγεννα παραμονή (ή ανήμερα? - δεν είναι δυνατόν, δεν θυμάμαι), περάσαμε καλεσμένοι σε Κύπριους φίλους τους. Κλασσικό ελληνικό τραπέζι. Ψητά έξω στο γκαράζ , και φαγητό και τραγούδι και χορός.
Βασιλόπιττες, φτιάχναμε μία ολόκληρη ημέρα 8 ήταν? έχω χάσει τον λογαριασμό. Εβαλα όσα 2007 δεν είχα βάλει ποτέ στην ζωή μου. Στο σπίτι της κας Πάτρας. Εμενε σε μία συνοικία με πιο παλιά σπίτια. Πως αυτοί εννοούν το παλιό και το νέο, δεν κατάλαβα! Παραμονή Πρωτοχρονιάς, είμαστε καλεσμενοι σε άλλους φίλους ΕλληνοΑιγύπτιους με επιρροές απο Αρμενία και Καναδά κια ολίγη Ιταλία. Το πρώτο τηλεφώνημα για την εορτή μου, ήταν αναπάντεχο και στις 7 η ώρα, το απόγευμα. Ομως με άφησε με τέτοια γλύκα που χαλάλι η πρωτιά.
Γύρισε ο χρόνος και μας βρήκε να μετράμε όοοοοολοι μαζί ανάποδα. Φαγητό πάλι κλασσικό ελληνικό, κόψαμε και την πίττα (μία απο όλες), φάγαμε και τα γλυκά μας.
Α, εδώ πρέπει να σας πω για την άλλη αμερικανιά. Το jello. Σπεσιαλιτέ της Δέσποινας που έφτιαχνε 2 ημέρες πριν και κουβαλούσαμε απαραιτήτως σε κάθε κάλεσμα. Πάνε σετ. Η Δέσποινα και το Jello. Μπορεί να ξεχάσει να πάρει τον John, αλλά το jello, δεν το ξεχνά. Μην φανταστείτε, τίποτα φοβερό. Ζελέ με παγωτό, σε χρώματα διάφορά, στη φόρμα και αυτό είναι όλο. Συγνώμη Δέσποινα.....
Μέχρι να ξημερώσει, στην Ελλάδα, ήταν μεσημέρι. Κανείς μα κανείς, δεν μέτραγε ανάποδα την διαφορά της ώρας. Θεώρησαν ότι εκεί κατά τις 11 το μεσημέρι αφού είχαν ξυπνήσει όλοι, έπρεπε να στείλουν μηνύματα. Απο τις 3 ως το πρωί έμεινα άγρυπνη να στέλνω μηνύματα ευχαριστήρια. Σιγά να μην το έκλεινα...... Ηταν η μόνη μου επικοινωνία με τον "κόσμο πίσω".
Οι ημέρες "μάζευαν" τα πόδια τους. Οι καταρράκτες με περίμεναν και εγώ δεν σας κρύβω, ήθελα να γυρίσω σπίτι. Οχι σπίτι ακριβώς. Πίσω ακριβώς. Είχα αρχίσει να έχω ελλείψεις.
Το ταξίδι ήταν νύχτα και το είχα διαλέξει έτσι για να κοιμηθώ. Καλά. Ολη τη νύχτα ξύπνια με την Μαλτέζα απο πίσω και 2 αεροσυνοδούς να μιλάμε για κοσμήματα. Δεν αφήσαμε κανέναν να κοιμηθεί.
Το μόνο που θυμάμαι είναι πως όταν έφθασα, πήρα ταξί, άνοιξα το παράθυρο, να μπει ήλιος και πήρα και ένα τηλέφωνο. Αυτά μου έφθαναν. Ημουν πίσω. Με τις εικόνες μου ανανεωμένες, τις μπαταρίες γεμάτες και την ψυχή ξεκούραστη. Γιατί αυτό χρειαζόμουν.

Καναδάς - Τορόντο

Οι καταρράκτες......

Η σκιά του υψηλότερου κτιρίου στον Κόσμο. Δίπλα ο ίδιος ο πύργος, 554 μ. ύψος. Το υψηλότερο κτίριο με κεραία. Το υψηλότερο με πατώματα βρίσκεται στην Κουάλα Λουμπούρ.

Η θέα της λίμνης Οντάριο απο ψηλά. Απο τον πύργο με τηλεφακό.
Καταλαβαίνω, πως δεν αρέσει σε κανέναν ! Χάλια, χάλια! Κανείς δεν θέλει να πάει εκεί. Οι 15 ημέρες που ήμουν εκεί τον χειμώνα, μου έδειχναν μόνο ήλιο. Τίποτα άλλο. Ετσι μπόρεσα να φωτογραφίσω, να τριγυρίσω και να ευχαριστηθώ.
Ενα ταξίδι, που σας το εύχομαι ολόψυχα. Να πάτε, να πάτε. Με πρώτη ευκαιρία. Ισως σας "αγαπά" κι εσάς ο καιρός και σας στείλει έναν ήλιο να χαμογελά όσο θα είστε εκεί. Ασε, που μπορείτε να τον πάρετε στις βαλίτσες σας, απο εδώ, όπως μου έλεγαν αστειευόμενοι.