Τρίτη 23 Ιουνίου 2009
ένα ήσυχο βράδυ
Αγαπημένο μου ημερολόγιο.
Φεύγω εχθές, στις 7.30 με 8 παρά, απο το γραφείο που κανείς δεν με λυπάται, ένα πτώμα σκέτο. Θέλω και βολτίτσα, γυρίζω σπίτι μου 9. δύο πτώματα. Μία εγώ και μία η Βασίλω.
Βλέπω μπροστά μου, τον καναπέ και τις πολυθρόνες της βεράντας.
Στο backround, εμφανίζονται κάτι αγγινάρες να με περιμένουν, η μητέρα ανάστατη, το αιρκοντίσιον να αναβοσβήνει λαμπάκι κόκκινο "άλλαξε τα φίλτρα".... και γενικώς ένα σπίτι σε πανικό.
Αρχίζω απο την μητέρα, που με ακολουθεί βομβαρδίζοντας, "έλα να δεις πάλι εκείνα τα περιεργα υγρά, γύρω απο το ψυγείο", "δεν είναι λάδια, είναι αραβοσιτέλαιο, δεν εξηγείται", Μούρχεται να της πω να πάει στον Χαρδαβέλα στις πύλες, αλλά κρατιέμαι. "θα κάνεις αγγινάρες, να σου καθαρίσω πατάτες", και τρακόσια σημειώματα στο γραφείο μου να περιμενουν απάντηση. Απο την μητέρα. Ολη μέρα ότι θυμάται γράφει. Και περιμενει ανταπόκριση το βράδυ.
"Θα κάνω μπάνιο και μετά όλα", δηλώνω ευθαρσώς και συγκατατίθεται.
Φέρνω μια καθαρή πετσέτα και την απλώνω μπροστά απο το ψυγείο. Ξαπλώνω πάνω της ...
"Φέρε φακό να δω, απο που τρέχει...", μουρμουρίζω "αχ, κι εσύ κουρασμένη, που ξάπλωσες κάτω τώρα...," θυμάται βλέποντάς με φαρδιά πλατιά να κλείνω την κουζίνα με την κορμάρα μου απλωμένη. Το "μεγάλη γυναίκα" το συγκρατεί... "τίποτα δεν έχει απο κάτω..." αντιλέγω, κοιτώντας καλά. "απο αλλού τρέχουν...."
Πως μου κόβει και ανοίγω το ψυγείο, βγάζω τα συρτάρια και ανακαλύπτω μια λίμνη.
Την κοιτώ με απόγνωση και απορία. "ε, να εκεί καταλήγουν τα νερά, γι αυτό έχω το πανί και με την Σίμα το αλλάζουμε" απαντά μαδημένη "πιάσε μια λεκανίτσα να τα μαζέψουμε". .... Ευρίσκομαι μπροστά σε μια λίμνη για την οποία δεν ήξερα τίποτα ποτε μέσα σ' αυτό το σπίτι και την μάνα να το παιζει απο αλλού. νερό παγωμένο, να το μαζέψω με ειδικό πανί, όχι με μια πετσέτα... . "έχει ένα σαργό και κάτι χρυσοψαρα, να τα τηγανήσω", ξεφωνίζω.....
Μαζεύω τα νερά, μέσα σε κουβέντες της όλο δικαιολογίες , μούρχεται να της ρίξω μια μπούφλα, την αγριοκοιτάω και φεύγω.
Το ψυγείο, πλέει σαν καράβι κι εμείς αναζητάμε το απο που είναι τα νερά....
Ενας ψυκτικός? ένας ειδικός? μπά, την βασίλω για μπλονζόν και σφουγγάρισμα περιμέναμε.
Πάω στο σαλόνι. Ξαναπάω μέσα να φέρω το τρίσκαλο ν ' ανέβω να βγάλω τα φίλτρα.
Ενα γραφείο μές τη μέση, πως να φτάσω το μηχάνημα, το χαιρετώ ανεβασμένη στη σκάλα απο μακριά. Γελώ μόνη, με απόγνωση. Φέρνω όσο γίνεται πιο κολλητά την σκάλα στο γραφείο και ακροβατώντας τα φτάνω. Τα πλένω. έρχεται για έλεγχο... "να τα στραγγίξεις καλά. μην τα βάλεις έτσι". Μούρχεται να της τα κολλήσω στο κεφάλι....
Προσπαθώ να συγκεντρωθω να βάλω κατσαρόλα πάνω. Ενα τηλέφωνο κουδουνίζει, η μάνα τριγυρίζει "μεγάλες τις έκοψες τις πατάτες". την αγριοκοιτάω φεύγει, ξανάρχεται "η τηλεόραση δεν παίζει, έλα να δεις τι έχει... " "χέσε με, πήγαινε στο δωμάτιό μου" απαντώ, κι εξαφανίζεται.
Βάζω το φαγητό επάνω, είναι απλωμένη και βλέπει έργο. Ακίνητη κι αμίλητη. Που να πει τι.
Στρώνομαι έξω και απαιτώ ησυχία και το ξέρει. περιμένω τηλέφωνο κι αυτό το ξέρει.
Αφήνει την ώρα να κυλίσει κι εμφανίζεται "να το κλείσω, έχει περάσει η ώρα" "αν δεν τόκαψα, κλείστο" της απαντώ άγρια και συνεχίζω απτόητη το τηλεφώνημα. Θα αφήσουμε το γάμο να πάμε για αγγινάρες, δεν κατάλαβα.
Εντός 10λέπτου, πανικοβλητος έρχεται ο πατέρας. Η ώρα είναι 10 περίπου. "Η μαμά, που είναι" με κοιτά ανήσυχος με το μάτι γουρλωμένο. Σταματάω την κουβέντα "στο δωμάτιό μου, είχες κλειδώσει το dvd, όσο έγραφες, δεν μπορούσα να της το ανοίξω, χέσε με κι εσύ".... και συνεχίζω...
τελειώνω το τηλεφώνημα κατά τις 11, διότι νυστάξαμε και δικαιούμαι ως τη μία, ώρα δική μου.
αει πιά, αγαπημένο μου ημερολόγιο.
τριαινα για τον Υδροχόο, ζ για τη ζουζούνα
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
