Ελάτε να γιορτάσουμε

Ελάτε να γιορτάσουμε
Σαφώς... φορέσαμε και τιάρα !

Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

αν χαράξει...



H λύπη, άπλωσε πέπλο βαρύ, υφασμένο με πολύχρωμες, σε γκρί τόνους, έννοιες πάνω απο την σκέψη του. Ηταν η νύχτα που βοηθούσε τον ιστό να πλεχτεί, ήταν η σιωπή, που βάραινε περισσότερο. Ηταν η μοναξιά, που περπατούσε μονάχη, στους αμμόλοφους. Και η απουσία της. Η απουσία της που ήταν τόσο δυνατή, που η υπόσταση της μοναξιάς του, τον τραβούσε στο σκοτάδι. Δεν έβλεπε ούτε την σκιά της πιά. Κάποτε έξω στο φως του ήλιου, παρακολουθούσε την σκιά της. Υστερα, το βράδυ, στο λιγοστό φως, που παιγνίδιζε με τις σκιές, έβλεπε την γκρίζα σκιά να σεργιανά.
Δεν μπορούσε να θυμηθεί πιά, φωτεινές χαρούμενες εικόνες. Δεν μπορούσε να σκεφθεί, ούτε μια ηλιόλουστη ημέρα. Τον τράβαγε στο βυθό η σκοτεινιά της ψυχής του. Πάλευε για ημέρες με τον εαυτό του. Για τον εαυτό του. Ηξερε πως δεν έπρεπε να γίνει έτσι. Προσπαθούσε να αφήσει απο την χαραμάδα της ψυχής να περάσει η ματιά της, έστω. Ερμητικά κλειστά τα φύλλα της καρδιάς, της ψυχής, δεν άφηναν ίχνος λάμψης να μπεί μέσα. Αρνούνταν πεισματικά να δυναμώσουν οι παλμοί, οι χτύποι, τα βλέφαρα έκλειναν περισσότερο στην θύμησή της.
Κάθε προσπάθεια του νου να γεμίσει εικόνες, έστρεφε πίσω στο σκοτάδι.
Ηθελε, να την δει μπροστά του, ήθελε να την φέρει στο νου, ήθελε να την βλέπει, όμως... αυτή η σκοτεινιά, δεν τον άφηνε.
Ηταν δυνατός, έπρεπε να την νικήσει. Επρεπε να περάσει το σύνορο της, έπρεπε να φέρει στο νου τις ωραίες εικόνες. Ενα μικρό διαβολάκι του τριβέλιζε το νου, απο μακριά όμως. Επρεπε να το φέρει κοντά, να το δυναμώσει να το κάνει σύμμαχο για να βοηθήσει την καρδιά του να ξαναχτυπήσει δυνατά. Επρεπε να ζήσει. Ηθελε να ζήσει... αλλά...
Ο πόλεμος έχει απώλειες, αλλά ετούτος εδώ, ήταν πάνω απο τις δυνάμεις του. Η μάχη κρινόταν άνιση, και πιο άνιση και ...

Στο βάθος άκουσε έναν ήχο περίεργο. Ξαφνιάστηκε γιατί δεν τον είχε ξανακούσει και τεντωσε τα αυτιά. Μα, ναι, ήταν μια γοή. Ενα κλάμα μωρού. Που επέμενε. Και γινόταν επίμονο και δυνατό. Που χανόταν κι ερχόταν.
Κάτι σκίρτησε μέσα του. Το μυαλό έμοιαζε να συνδέθηκε ξαφνικά με τον έξω κόσμο. Μα βέβαια, ήταν αυτό το μικρο. Το είδε δει. Που ήταν? πως δεν το είχε ακούσει τόσες ημέρες? Πόσες ημέρες? Πόσος χρόνος είχε περάσει?
Ξαφνικά η καρδιά χτύπησε εντονότερα. Κάτι χάραξε στα μάτια του. Αχνά, φάνηκε η εικόνα του μωρού. Η πρώτη και τελευταία εικόνα που είχε. Και ο ήχος επέμενε. Σαν να τον καλούσε. Σαν να επέμενε για να του δώσει ένα μήνυμα.
Ανασηκώθηκε και βημάτισε προς την πόρτα. Αυτήν που για ημέρες δεν είχε ανοίξει. Η φωνή ακουγόταν πια καθαρά. Περπάτησε αφηρημένα προς το μέρος που ακουγε τον ήχο. Μπήκε σε ένα δωμάτιο με χαμηλό φωτισμό. Είδε το μωρό με τα χεράκια τεντωμένα να τον κοιτά. Ασυναίσθητα το πήρε αγκαλιά. Δεν ησύχασε, αλλά έμεινε προς στιγμή να τον κοιτά.
Αυτόματα το μυαλό του άρχισε να δουλεύει, να συνδέει τις εικόνες με το νου, αστραπιαία, πέρασαν τόσες εικόνες απο μπροστά του.
"Γειά σου", κατάφερε να ψελλίσει στο βρέφος, κρατώντας το κάπως αδέξια ψηλά. Τι απάντηση θα του έδινε ? Τι περίμενε να του πει. Τα μεγάλα αμυγδαλωτά ματάκια του τον κοίταγαν μόνο, ανίκανο φυσικά να πει οτιδήποτε.

Ετσι τον βρήκε η νάνα, και του πήρε το μωρό απο τα χέρια. Τον χαϊδεψε στο κεφάλι, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο μέτωπο. "Ελα να το ταίσουμε μαζί", του πρότεινε, κρατώντας το μωρό απο την μια και το χέρι του απο την άλλη.
Βήμα-βήμα, μέρα τη μέρα, το πέπλο έφυγε. Γλυκειές χαραυγές ξημέρωναν. Μωρουδιακά γελάκια, έδιωχναν την συννεφιά. Μυρωδιές απο γάλα και βανίλια ξεχύνονταν περνούσε ο καιρός και άνοιγαν την καρδιά. Χαμόγελα και γαργαλίματα, φώτιζαν τον νου και νέες έννοιες τρύπωναν στις γωνιές του. Εννοιες χαρούμενες όμως. Και η ματιά της, γαλήνεψε μέσα του και ερχόταν στα όνειρά του η σκιά της. Καθονταν και οι τρείς, ηλιόλουστα απογεύματα και τραγουδούσαν. Μα ναι, την άκουγε την φωνή της πεντακάθαρα στ' αυτιά του να λέει παιδικά τραγουδάκια, μαζί του. Και το μωρό που μεγάλωνε, χτυπούσε τα χεράκια του, ενθουσιασμένο και παρασυρμένο απο τους ήχους της μουσικής.
Και μεγάλωσε, το μωρό. Κι έγινε παιδάκι και πήγε σχολείο και μεγάλωσε κι άλλο και έγινε ολόκληρος άνδρας και έγινε ένας θαυμάσιος άνθρωπος. Γιατί ο πατέρας που τον μεγάλωσε, τον περιέβαλε με φως και του μετέδωσε ήχους, γαλήνη, αγάπη και στοργή.


* Αφιερωμένο εξαιρετικά στον μοναδικό Τάσο μου!