Καλοκαιράκι, μύρισε, νερά τρέχουν παντού, ο Αναξίμης ζεστάθηκε, άναψε, κόρωσε και αποφάσισε να κάνει διακοπές. Που? Στην Κυψέλη. Στην πολύβοη Κυψέλη όπου ζει αναντάμ παπαντάμ η οικογενειά του όλη. Δεν είναι και άσχημα.
Πρώτα, τα πολύ παλιά χρόνια, ζούσαν οικογενειακώς, στην πλατεία Βικτωρίας εεεε, παρντόν, Κυριακού, ήθελα να γράψω. Οι παππούδες του και οι προ-προ πάπποι. Στην οδό Φερρών. Σε μία αρχοντική τρίπατη κατοικία που κάτω απο τις σκάλες, είχε τόση υγρασία...........αααααααααααααα, και δροσιά, έλεγε ο παππούς Αναξίμανδρος. Επίσης κάτω απο τον νεροχύτη της κουζίνας, εκεί να δείτε "υγρασία". Εκεί να δείτε τσιμπούσια που γίνονταν. Τι ζάχαρες, άφηνε ο θείος Μίμης, τι ψίχουλα έπεφταν της γιαγιάς Βασιλικούλας, έλεγε ο παππούς ένα σωρό ιστορίες για την οικογένεια που τους φιλοξενούσε.
Τι παλαμάκια χτυπούσαν όταν τους έβλεπαν, τι φαγάκια τους έβαζαν για να τρώνε, τό τι αγάπη είχαν σ' όλη την οικογένεια δεν λέγεται.
Πέρασαν τα χρόνια, η γιαγιά Βασιλικούλα της οικογένειας έφυγε και ο θείος Μίμης με την Αννούλα, μετακόμισαν αλλού ο καθ' ένας. Ο παππούς του Αναξίμη, έμεινε πιστός στις μετακομίσεις. Ακολούθησε την Αννούλα μέσα στην γλάστρα της αράχνης. Εγκαταστάθηκε στην Κυψέλη. Είχε μαζί του την σύζυγό του, και τα παιδιά του. Αυτοί δεν είχαν όνομα. Δεν είχε ασχοληθει κανεις μαζί τους μέχρι τότε να τα βαπτίσει. Ενας ήταν ο Αναξίμανδρος. Οι υπόλοιποι ήταν απλώς της οικογένειας.
Η Αννούλα μετακόμισε στην Κυψέλη. Πρώτο μέλημα ήταν να φτιάξει σε μία πολλή όμορφη βεράντα, ένα κήπο. Υγρασίαααααααααααα, μια χαρά περνούσε ο Αναξίμανδρος και η οικογένεια όλη.
Απο φαγητό, όχι πως υπήρχε η μεγαλοπρέπεια της οδού Φερρών, αλλά παρόπονο δεν είχαν. Είχαν χάσει και τον θείο Μίμη με την ζαχαρίτσα. Ερχόταν σταθερά τις Κυριακές και ρώταγε γι αυτούς, όμως. Κρυφάκουγαν.
Κάποτε, κάποτε, έβγαιναν σεργιάνι όλοι μαζί. Κάποτε ο Αναξίμαδρος μόνος του. Οταν τους έβλεπαν, χειροκροτούσαν όλοι μαζί στην οικογένεια και φώναζαν το όνομά του. Τι χαρά !!
Πέρασαν τα χρόνια, τα παιδιά του έκαναν γνωριμίες στην Κυψέλη, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά. Χάσαμε τον παππού κάποτε, αλλά πιστό αντίγραφό του ο Αναξίμης, άρχισε να βγαίνει βόλτες στην τεράστια βεράντα, με τους πρώτους καύσωνες. Ανακάλυψε κάτι δροσιές.............. !!!! κάτι υγρασίες............. Ανακάλυψε κρυψώνες, που αν τον έβλεπε ο παππούς του θα ήταν χαρούμενος. Είχε έναν άξιο απόγονο.............
Νάσου τον λοιπόν να περνά ο Αναξίμης, τις διακοπές σε μία γλάστρα με ραπανάκια. Μέσα στην υγρασία, στην παχιά φυλλωσιά και σε μία δροσιά, ααααα, μανούλα μου ! Ασε το φαγητό, όσο νάναι πρώτης κατηγορίας. Ούτε στα καλύτερα εστιατόρια, ούτε στα πιό κρυφά του όνειρα. Το σουλάτσο απο εκεί στην δίπλα γλάστρα με την ρόκα δεν περιγράφεται. Θεριό η ρόκα, και δροσιά και φαί και υγρασία..... πασάς ο Αναξίμης. και φαί και σαλάτα και βόλτες και αραλίκι. Ζωή και κότα..... Κάθε τόσο πήγαινε μία βόλτα για να ξεμουδιάσει, ως το κοντινό μποστάνι, αλλα τα φυλλαράκια απο κάτι καχεκτικές καρπουζιές δεν του γέμισαν το μάτι. Πίσω στα σίγουρα ραπανάκια.
Μόνο αυτή η ενοχλητική κάθε τόσο έριχνε νερό. Μα, δεν τον έβλεπε? Είπαμε, υγρασία, ετούτο ήταν άλλο πράγμα. Πρωί -πρωί να μην τον αφήνει να χουζουρέψει, τι στο καλό. Να τον ξεσηκώνει απο τις 6.30, μέσα στα μαύρα χαράματα. Α,αααα, έπρεπε να λάβει μέτρα. Πάνω στον καλύτερο ύπνο, τον πρωϊνό.........φλούουουουουπ μια ποτηστήρα με νερό. "Σιγά κυρά μου, μούσκεμα με έκανες". 1-2-3 πρωϊνά, δεν ήταν κατάσταση αυτή. Επρεπε να βγεί στην επιφάνεια, να πει καλημερα, να τον δει, να σταματήσει αυτός ο καταράκτης. Τουλάχιστον τόσο πρωί....
Ναι, μέσα στην νύστα και την βιασύνη, τον Αναξίμη θα έβλεπε η ζουζούνα. Κι όμως, κι όμως, όταν εκείνος αποφάσισε να κόβει βόλτες στην άκρη της γλαστρούλας, ωωωωωωωωωωωπ, αναπήδησε εκείνη. "Αναξίμηηηηηηη" του βροντοφώναξε και άκουσε την επιστροφή της φωνής της να αντιλαλεί στην πρωϊνή ησυχία.
Μα, τι στο καλό, της έφυγε η ποτηστήρα απο το χέρι και του έριχνε νερό πάλι????? Οχι, το είχε αφήσει κάτω και χτύπαγε παλαμάκια απο την χαρά της, που τον είδε.
Το νέο μαθεύτηκε γρήγορα. Ενας ένας που ξύπναγαν απο την οικογένεια, μάθαιναν για τις διακοπές του Αναξίμη. "ήρθε, ήρθε, εδώ, είναι θα φάει τα ραπανάκια.....χαλάλι του" ξεφώνιζε η ζουζούνα.
"ευτυχώς" αναστέναξε ο Αναξίμ, "τουλάχιστον θα φάμε" και πήγε παρακάτω στη σκιά του.
Ηταν σίγουρος ότι θα περνούσε ήσυχα τις διακοπές του και την ζωή του γενικά σ' αυτό το σπίτι. Κάτι ήξερε ο παππούς που τους ακολούθησε στη μετακόμιση...........
Ο Αναξίμης που λέτε, είναι άξιος απόγονος του Αναξίμανδρου, του σαμιαμιδιού, που φέραμε απο την Φερρών. Είναι ένα μικρό μικρό σαμιαμιδάκι, όσο το μικρό δακτυλάκι του χεριού μου. Εχει ένα ροζουλί απαλό χρώμα και κάτι μαύρα ματάκια σαν κεφάλι καρφίτσας. Η ουρά του ξαπλώνεται στο χώμα με μεγαλοπρέπεια και τα χεράκια και ποδαράκια του, είναι τοσαδούλια.
Η οικογένειά του ζει μαζί μας, πάάάάρα πολλά χρόνια, όπως καταλάβατε, είναι το γούρι του σπιτιού, οι ψυχές των προγόνων, δεν ξέρω τι ακριβώς, ο Θείος Μίμης, λέει πως τα παλαμάκια τα τρομάζουν και φεύγουν, όμως αυτά δεν πτοούνται διόλου.
καλές διακοπές Αναξίμη, είσαι ευπρόσδεκτος στην γλάστρα μου.
Τετάρτη 18 Ιουλίου 2007
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)