Ο βράχος και το κύμα
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
(Στο συμβολισμό του ποιήματος, βράχος είναι
ο κατακτητής Τούρκος και κύμα ο υπόδουλος Ελληνισμός)
"Μέριασε βράχε να διαβώ!" το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γυαλού θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μες στα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου, που 'πε τώρα,
βράχε, θα πέσης, έφτασεν η φοβερή σου ώρα!
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
και σω 'γλυφα και σω 'πλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ' εκύτταζες και φώναζες του κόσμου
να δει την καταφρόνεση, που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ' εφιλούσα
μέρα και νύχτα σ' έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ' άνοιγα, το λάκκο που 'θε κάμω
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στην άμμο.
Σκύψε να ιδής τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελα σου τα 'φαγα, σ' έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήση στο λαιμό... Εξύπνησα λιοντάρι!
--------------------------------------------------
ο κατακτητής Τούρκος και κύμα ο υπόδουλος Ελληνισμός)
"Μέριασε βράχε να διαβώ!" το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γυαλού θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μες στα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου, που 'πε τώρα,
βράχε, θα πέσης, έφτασεν η φοβερή σου ώρα!
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
και σω 'γλυφα και σω 'πλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ' εκύτταζες και φώναζες του κόσμου
να δει την καταφρόνεση, που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ' εφιλούσα
μέρα και νύχτα σ' έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ' άνοιγα, το λάκκο που 'θε κάμω
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στην άμμο.
Σκύψε να ιδής τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελα σου τα 'φαγα, σ' έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήση στο λαιμό... Εξύπνησα λιοντάρι!
--------------------------------------------------
Ευαγγελισμός - Ελληνισμός
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Με μιας ανοίγει ο ουρανός, τα σύγνεφα μεριάζουν,
οι κόσμοι εμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μια φλόγα αστράφτει... ακούονται ψαλμοί και μελωδία...
Πετάει έν' άστρο... σταματά εμπρός εις τη Μαρία...
"Χαίρε της λέει αειπάρθενε, ευλογημένη χαίρε!
Ο Κύριός μου είναι με σε. Χαίρε Μαρία, Χαίρε!"
Επέρασαν χρόνοι πολλοί... Μια μέρα σαν εκείνη
αστράφτει πάλι ο ουρανός... Στην έρμη της την κλίνη
λησμονημένη, ολόρφανη, χλωμή κι απελπισμένη,
μια κόρη πάντα τήκεται, στενάζει αλυσωμένη.
Τα σιδερά είναι ατάραγα, σκοτάδι ολόγυρά της.
Η καταφρόνια , η δυστυχιά σέπουν τα κόκαλά της.
Τρέμει με μιας η φυλακή και διάπλατη η θυρίδα
φέγγει κι αφήνει και περνά έν' άστρο, μιαν αχτίδα.
Ο 'Αγγελος εστάθηκε, διπλώνει τα φτερά του...
"Ξύπνα, ταράζου, μη φοβού, χαίρε, Παρθένε, χαίρε.
Ο Κύριός μου είναι με σε, Ελλάς ανάστα, χαίρε".
Οι τοίχοι ευθύς σωριάζονται. Η μαύρ' η πεθαμένη
νοιώθει τα πόδια φτερωτά. Στη μέση της δεμένη
χτυπάει η σπάθα φοβερή. Το κάθε πάτημά της
ανοίγει μνήμ' αχόρταγο. Ρωτά για τα παιδιά της...
Κανείς δεν αποκρένεται... Βγαίνει πετά στα όρη...
Λιώνουν τα χιόνια όθε διαβεί, όθε περάσει η Κόρη.
"Ξυπνάτε εσείς που κοίτεστε, ξυπνάτε όσοι κοιμάστε,
το θάνατο όσοι εγεύτητε, τώρα ζωή χορτάστε".
Οι χρόνοι φεύγουνε, πετούν και πάντα εκείνη η μέρα
είναι γραμμένο εκεί ψηλά να λάμπει στον αιθέρα
μ' όλα τα κάλλη τ' ουρανού. Στολίζεται όλη η φύση
με χίλια μύρια λούλουδα για να τη χαιρετήσει.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την. Καθείς ας μεταλάβει
από τη χάρη του Θεού. Και σεις και σεις οι σκλάβοι,
όσοι τη δάφνη στη καρδιά να φέρετε φοβάστε,
αφορεσμένοι να 'στε.
Μια ζωή απαγγελία στο σχολείο. Τι να σου κάνει, μένει κάτι.....
Και μετά απο όόόόόλα αυτά.........
βακαλάος.....
σκορδαλιά !!

