
Eνα ταξίδι στην bella Venezia.
Eνα ταξίδι στο όνειρο.
Ηρθε ένα απόγευμα, φουριόζα, τον είδε στεναχωρημένο, παρ' ότι της χαμογέλασε και του είπε πως θα του κανει ένα δώρο.
Εφυγαν για Βενετία.
Ηρθε αυτό το ταξίδι, σαν δώρο εξ' ουρανού.
Το χρειαζόταν. Ηθελε να πάνε μαζί. Δεν ήξερε τι του έκρυβε. Αποφάσισε να απολαυσει την κάθε στιγμή.
Επιβίβαση στην αποβάθρα στην γόνδολα. "Καλέ μου, κράτα μου το χέρι, φοβάμαι την βόλτα με την γόνδολα". "Θα σε κρατώ, είμαι εδώ". Μία "βαρκάδα" στο μεγάλο κανάλι, την ώρα που δύει ο ήλιος. "Να γειρω στον ώμο σου, να το απολαύσω?". "Να γείρεις κορίτσι μου, ο ήλιος απόψε θα δύσει στην Βενετία μόνο για σένα. Θα σε κρατώ αγκαλιά γιατί έχει υγρασία". Η σιωπή απλώνει τα πέπλα της για να αγκαλιάσει και τους δύο. "Το άρωμά σου είναι μεθυστικό" της ψυθιρίζει κρατώντας την. "φορώ το happy, γιατί είμαι ευτυχισμένη που είμαι μαζί σου", του απάντησε γλυκά. Απολαμβάνουν τον ήλιο που έχει βάψει με τα χρώματά του, τον ουρανό και την θάλασσα. Η καρδιά χτυπά. Εχει ζεσταθεί, έχει αγαπήσει, έχει αφεθεί. "Θέλω να είσαι ευτυχισμένη" της λέει. "είμαι, όταν είμαι κοντά σου" του απαντά και του χαρίζει το πιό χαρουμενο χαμόγελο της. "Μ' αρέσει που ταξιδεύω μαζί σου." "Είναι η πρώτη σου φορά εδώ?" "Ναι, και είναι μαζί σου. "Σου υπόσχομαι, κάθε στιγμή να είναι κι έκπληξη για σένα". "Μ' αρέσει πολυ που μου το λες αυτό". "Κράτα το δικό σου μάτια μου, κράτα το για σένα. Να περάσουμε κάτω απο τις γέφυρες και μετά να τις περπατήσουμε απο επάνω?". "Ναι, καρδιά μου ότι θέλεις, όχι όμως απο την γέφυρα των στεναγμών, δεν σε πάω εκεί". "θα μου τραγουδήσεις κι εσύ, όπως ο γονδολιέρης?". "Να σου τραγουδήσω". Τραγουδησε μόνο για κείνη. Αφέρθηκε δίπλα της να τον οδηγεί στα κανάλια, στις γέφυρες, στο εστιατόριο, στο καφέ Φλοριάν, για γλυκό τον έβαλε να υπογράψει στο μεγάλο βιβλίο των επισκέψεων. Τιτίβιζε εκείνη δίπλα του διαρκώς. Του άρεσε. Αισθανόταν καλά μαζί της. Καλύτερα. Τουλάχιστον απόψε ήταν μαζί. "Κουράστηκα" είπε κι έγυρε στον ώμο του. Την οδήγησε στο παλάτσο που θα πέρναγαν την πρώτη τους νύχτα μαζι στην Βενετία. "Με φοβίζουν οι σκιές. Νομίζω πως θα πεταχτούν ιππότες σταυρόφόροι" του είπε σιγά. "Μην φοβάσαι καρδιά μου, εδώ είμαι εγώ να σε υπερασπιστώ, με το σπαθί μου. Είχε τον ιππότη της μαζί, γιατί να φοβάται. Του έσφιξε το χέρι. Ανέβηκαν αγκαλιασμένοι τα σκαλια ως το δεύτερο πάτωμα. "Θα με πάρεις αγκαλιά, να μ' αγαπήσεις πιό πολύ? θα μου πεις παραμύθι ύστερα? Θα με ξυπνήσεις μ' ένα φιλί το πρωί?" Ετρεχε, όπως πάντα εκείνη έτρεχε. Σαν το γάργαρο νερό. Εκείνος ζήτησε spoumante, έβαλε "την μικρή νυχτερινή μουσική", την αγκάλιασε, βγήκαν στην βεράντα, κοίταξαν την νύχτα. Αυτή ή νύχτα ήταν όλη δική τους. Της έδωσε να πιεί απο το ποτήρι του, να μάθει τα μυστικά της. Σαν να διάβασε την σκέψη του του είπε "όσο είμαι μαζί σου δεν έχω μυστικά". Αρχισε να της λέει ένα παραμύθι..... αφέθηκε πάνω του και άκουγε, κοιτώντας τ' άστρα. Φίλησε τα χείλη της απαλά. Τον χαϊδεψε γλυκά. Ατέλειωτα φιλιά, ατέλειωτη αγάπη, ένα βράδυ δικό τους ως το ξημέρωμα. Την αγάπησε και του το ανταπέδωσε ως που την πήρε ο ύπνος, στην αγκαλιά του. Εκείνος δεν ήθελε να κοιμηθεί. Την κοιταζε. Ηθελε να την ξυπνήσει να την αγαπήσει, ξανά και ξανα. Εκείνη κοιμόταν σαν αγγελούδι. Δεν νύσταζε. Δεν ήθελε να κλείσει τα μάτια. Ηθελε να την κοιτά, ως που ξημέρωσε. Ο ήλιος μπήκε απο τις βαριές κουρτίνες που δεν είχε κλείσει. Μία ακτίνα της χάϊδεψε το στήθος. Παλλόταν απο την ανάσα της. Εσκυψε και την φίλησε. Ανοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε χαμογελώντας του. Εχασε τον κόσμο. Τον πήρε αγκαλιά και του ανταπέδωσε τα φιλιά ψυθιρίζοντας του λόγια αγάπης. "J' aime, je chante et je ....., et je suis, heureuse sur terre" της ήρθε και του είπε, κλείνοντάς τον στην αγκαλιά της. Je t' adore της ανταπάντησε χαμογελόντας. Βρίσκονταν στην Ιταλία, και χρησιμοποιούσαν την γλώσσα που τους είχε φέρει κοντά.
Πως είσαι καλέ μου? τον ρώτησε "είμαι καλά τώρα, θέλω να σε κρατώ στην αγκαλιά μου, συνέχεια" της ανταπέδωσε το χαμόγελο.
Το ταξίδι τελείωσε, η αγάπη τελειώνει? Σίγουρα όχι. Είναι ένα ατέρμονο ταξίδι. Κάθε τόσο κλείνουν τα μάτια και πάνε Βενετία. Πάλι και πάλι.


