Αύγουστε καλέ μου μήνα, νάσουν δυο φορές το χρόνο!
Κάποιος είπε κι εμεινε.
Δεν ξέρω τι αποθημένο είχε ο δόλιος, αλλά εμενα οι Αύγουστοι, δεν μου πήγαιναν.
Μικρή, όταν ήμην, διότι ναι υπήρξα ζουζουνα, η μανούλα, τα πρωινά με πηγαινε για μπάνιο με το πούλμαν στην Βουλιαγμένη και τ' απογεύματα πέρναγαν πλάτς Βικτώρια (λέγε με Κυριακού). Ως τις 8.30, καθημερινώς. Μετά εβαζα τα πόδια μου σε μια λεκάνη και τα ξέπλενα απο την άμμο και ζζζντουπ ύπνο.
Τον Αύγουστο, έφευγαν όλα τα παιδάκια απο την πλατεία. Ο Χρήστος, η Μάρη, η Νέλλη, η Λίλα... εμενα μόνη. Ολα πήγαιναν εξοχή. Εγώ πουθενά.
Μια οικογενειακή φιλοσοφία, μ' έμαθε να μην ξέρω τι ειναι η εξοχή, πλην Βουλιαγμένης.
Οι Αύγουστοι, ήταν άδειοι για μένα. Χωρις παρέα, μόνο μου, καθόμουν στην άκρη στο σκάμμα και μουρμούραγα. Περίμενα, πότε θα πάει 20 Αυγουστου να γυρίσει κάποιος.
Κάποια απογεύματα με πήγαινε η μαμά στο πάρκο. Εκει η μαμζέλ ...Λέλα, εβγαζε την Ροζαλία και τον Τονίνο. Κάτι πέρναγε, αλλα΄όχι ο πόνος μου.
Ερχόταν ο Χρήστος και για να με κάνει να ξεχάσω, έφερνε βραχιολάκια. Εχω ακομη, θα το πάρει προίκα η κόρη του πιά.
Οσο μεγαλώναμε, πήρα δίπλωμα αλλά οι διακοπες ήταν ως την βουλιαγμένη. Γμ την φιλοσοφία των γονιδίων μου μέσα. Κάτι καλοκαίρια, δεν μπήκα στην θάλασσα. Κάτι άλλα....δεν πήρα άδεια... δεν είχε νόημα. Ολοι έφευγαν κι εγώ εκεί.
Πέρασαν πολλά όμορφα όλα, μην είμαι αχαρίστου.
Πρώτη φορά, αποζήτησα να φύγω εφέτος. περισυ, ήταν όλα σκοτεινά. Εφέτος μου χαμογελούν κι αποφάσισα να μην τ' αφήσω.
μια και αύριο έμεινε. δεν με κρατά τίποτα.
φτού μην μας ματιάσουν πάλι!.
Κάποιος είπε κι εμεινε.
Δεν ξέρω τι αποθημένο είχε ο δόλιος, αλλά εμενα οι Αύγουστοι, δεν μου πήγαιναν.
Μικρή, όταν ήμην, διότι ναι υπήρξα ζουζουνα, η μανούλα, τα πρωινά με πηγαινε για μπάνιο με το πούλμαν στην Βουλιαγμένη και τ' απογεύματα πέρναγαν πλάτς Βικτώρια (λέγε με Κυριακού). Ως τις 8.30, καθημερινώς. Μετά εβαζα τα πόδια μου σε μια λεκάνη και τα ξέπλενα απο την άμμο και ζζζντουπ ύπνο.
Τον Αύγουστο, έφευγαν όλα τα παιδάκια απο την πλατεία. Ο Χρήστος, η Μάρη, η Νέλλη, η Λίλα... εμενα μόνη. Ολα πήγαιναν εξοχή. Εγώ πουθενά.
Μια οικογενειακή φιλοσοφία, μ' έμαθε να μην ξέρω τι ειναι η εξοχή, πλην Βουλιαγμένης.
Οι Αύγουστοι, ήταν άδειοι για μένα. Χωρις παρέα, μόνο μου, καθόμουν στην άκρη στο σκάμμα και μουρμούραγα. Περίμενα, πότε θα πάει 20 Αυγουστου να γυρίσει κάποιος.
Κάποια απογεύματα με πήγαινε η μαμά στο πάρκο. Εκει η μαμζέλ ...Λέλα, εβγαζε την Ροζαλία και τον Τονίνο. Κάτι πέρναγε, αλλα΄όχι ο πόνος μου.
Ερχόταν ο Χρήστος και για να με κάνει να ξεχάσω, έφερνε βραχιολάκια. Εχω ακομη, θα το πάρει προίκα η κόρη του πιά.
Οσο μεγαλώναμε, πήρα δίπλωμα αλλά οι διακοπες ήταν ως την βουλιαγμένη. Γμ την φιλοσοφία των γονιδίων μου μέσα. Κάτι καλοκαίρια, δεν μπήκα στην θάλασσα. Κάτι άλλα....δεν πήρα άδεια... δεν είχε νόημα. Ολοι έφευγαν κι εγώ εκεί.
Πέρασαν πολλά όμορφα όλα, μην είμαι αχαρίστου.
Πρώτη φορά, αποζήτησα να φύγω εφέτος. περισυ, ήταν όλα σκοτεινά. Εφέτος μου χαμογελούν κι αποφάσισα να μην τ' αφήσω.
μια και αύριο έμεινε. δεν με κρατά τίποτα.
φτού μην μας ματιάσουν πάλι!.