Ελάτε να γιορτάσουμε

Ελάτε να γιορτάσουμε
Σαφώς... φορέσαμε και τιάρα !

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2007

Διαβάστε κι αυτό

Αξίζει να επισκεφτείτε Μάνο και Αθεόφοβο έχουν διαφορετικά πράγματα να διαβάσετε.

Κυριακή 26 Αυγούστου 2007

Τέρμα τα ψέμματα


Πάνε τα πρωϊνά ξυπνήματα, κατά βούληση, πάνε οι ατελείωτες ώρες για να πάρεις πρωϊνό, πάνε οι ατελείωτες διαδρομές, πάει η ξυπολισιά και η βόλτα στην παραλία. Πάει η μεσημεριανή σιέστα, πάνε οι ατελείωτες βραδυνές συζητήσεις. Πάνε πέρασαν, θα ξαναπεράσουν του χρόνου πάλι μου υποσχέθηκαν, όμως.
Απο αύριο το πρωί, ξυπνητήρι στις 6.30, καφές στα γρήγορα, πότισμα στην καρπουζιά, τις πεπονιές και τις μελιτζάνες, είναι και οι αγγουριές, να μην μείνουν παραπονεμένες, λίγο και στα καρότα, τέντωμα στην πρωϊνή ησυχία και γρήγορα στο καυτό νερό αποκάτω. Οπλα, παλάσκες, ε..... η τσάντα γεμάτη, το φαγητό στο ταπεράκι, τα σουβενίρ απο την παραλία, όλα έτοιμα.
Δρομολόγιο σπίτι - γραφείο μέσω φούρνου, ελπίζω το αυτοκίνητο να θυμάται τον δρόμο, γιατί αν περιμένει απο εμένα, μάλλον κατά Μαραθώνα θα πάω. Αφιξη στο γραφείο και για ποιός ξέρει πόσες ώρες εκεί, με το μυαλό αλλού να απαντάς, σε όλα, να τρέχεις για όλα, να δεις όλους, να πεις πως πέρασες, να ακούσεις πως πέρασαν, αλληλογραφία, mails, fax, ανέβα-κατέβα, ποιός είναι εδώ, ποιός δεν είναι, φτιάξε καφέ, "που είναι τα κουλουράκια, μας έλειψαν".....
αχ !!! κάθε κατεργάρης στον πάγκο του απο αύριο. Τέρμα.
Αφιερωμένο εξαιρετικά στους, Τάσο, Σοφία, Σπύρο, Ναταλία.... και δεν θυμάμαι ποιός άλλος ακόμη κάνει διακοπές.

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2007

Θέλω την Αθήνα μου πίσω


Αθήνα μου, Αθήνα μου και πως σε καταντήσαν.
Και αφού φύγατε, αγαπημένοι μου, γιατί δεν μείνατε εκεί που είσαστε?? Γιατί ήρθατε πάλι πίσω? Αφού κατά γενική ομολογία, περάσατε πολυ καλά, είδατε γνωστούς και φίλους και συγγενείς, σας φροντίσαν οι μαμμούλες σας, σας κανάκεψαν, σας "τάϊσαν" φαγάκια σπιτικά. Γιατί τ' αφήσατε όλα πίσω σας? Και τ' ακρογιάλια, και τις βουνοκορφές και τα δάση και τον καθαρό αέρα, γιατί??????? Βγάλατε και φωτογραφίες να θυμάστε. Μας τις δείχνετε για να βλέπουμε. Δεν θέλω να τις βλέπω.
Θέλω να βλέπω την Πατησίων άδεια και να πηγαίνω σε 3 λεπτά στην Ομόνοια απο την Κυψέλη, τρέχοντας με 70 χλμ.
Θέλω να τρέχω με 80 στην Πανεπιστημίου και να μην μ' ενοχλεί κανείς.
Θέλω την Δευτέρα να πάω σε 10 λεπτά στην δουλειά και όχι σε 25.
Θέλω να πίνω καφέ στο κέντρο, με ησυχία.
Θέλω να τριγυρνώ στο κέντρο με τα πόδια και να μην με πατάνε.
Θέλω, θέλω, θέλω......
Ονειρα θερινής νυκτός, όλα ! Φεύ !

Φύγανε, φύγανε.......

Τα μάθατε? Τα μάθατε? Τον ξεφορτωθήκαμε τον Ιούλιο! Μαζί και τον ...... δεν θυμάμαι πως τον λένε σκύ λο του. Τρέμετε blog-άδες, έρχονται άλλοι να μας ... καθίσουν στο σβέρκο........

Λεπτομέρειες στο http://tateleytaianea.blogspot.com

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2007

Ταξίδι στην Βενετία






Eνα ταξίδι στην bella Venecia. Eνα ταξίδι στο όνειρο. Ηρθε ένα απόγευμα, φουριόζα, τον είδε στεναχωρημένο, παρ' ότι της χαμογέλασε και του είπε πως θα του κανει ένα δώρο. Εφυγαν για Βενετία. Ηρθε αυτό το ταξίδι, σαν δώρο εξ' ουρανού. Το χρειαζόταν. Ηθελε να το κάνει μαζι της. Δεν ήξερε τι του έκρυβε. Αποφάσισε να απολαυσει την κάθε στιγμή.
Επιβίβαση στην αποβάθρα στην γόνδολα. "Καλέ μου, κράτα μου το χέρι, φοβάμαι την βόλτα με την γόνδολα". "Θα σε κρατώ, είμαι εδώ". Μία "βαρκάδα" στο μεγάλο κανάλι, την ώρα που δύει ο ήλιος. "Να γειρω στον ώμο σου, να το απολαύσω?". "Να γείρεις κορίτσι μου, ο ήλιος απόψε θα δύσει στην Βενετία μόνο για σένα. Θα σε κρατώ αγκαλιά γιατί έχει υγρασία". Η σιωπή απλώνει τα πέπλα της για να αγκαλιάσει και τους δύο. "Το άρωμά σου είναι μεθυστικό" της ψυθιρίζει κρατώντας την. "φορώ το happy, γιατί είμαι ευτυχισμένη που είμαι μαζί σου", του απάντησε γλυκά. Απολαμβάνουν τον ήλιο που έχει βάψει με τα χρώματά του, τον ουρανό και την θάλασσα. Η καρδιά χτυπά. Εχει ζεσταθεί, έχει αγαπήσει, έχει αφεθεί. "Θέλω να είσαι ευτυχισμένη" της λέει. "είμαι, όταν είμαι κοντά σου" του απαντά και του χαρίζει το πιό χαρουμενο χαμόγελο της. "Μ' αρέσει που ταξιδεύω μαζί σου." "Είναι η πρώτη σου φορά εδώ?" "Ναι, και είναι μαζί σου. "Σου υπόσχομαι, κάθε στιγμή να είναι κι έκπληξη για σένα". "Μ' αρέσει πολυ που μου το λες αυτό". "Κράτα το δικό σου μάτια μου, κράτα το για σένα. Να περάσουμε κάτω απο τις γέφυρες και μετά να τις περπατήσουμε απο επάνω?". "Ναι, καρδιά μου ότι θέλεις, όχι όμως απο την γέφυρα των στεναγμών, δεν σε πάω εκεί". "θα μου τραγουδήσεις κι εσύ, όπως ο γονδολιέρης?". "Να σου τραγουδήσω". Τραγουδησε μόνο για κείνη. Αφέρθηκε δίπλα της να τον οδηγεί στα κανάλια, στις γέφυρες, στο εστιατόριο, στο καφέ Φλοριάν, για γλυκό τον έβαλε να υπογράψει στο μεγάλο βιβλίο των επισκέψεων. Τιτίβιζε εκείνη δίπλα του διαρκώς. Του άρεσε. Αισθανόταν καλά μαζί της. Καλύτερα. Τουλάχιστον απόψε ήταν μαζί. "Κουράστηκα" είπε κι έγυρε στον ώμο του. Την οδήγησε στο παλάτσο που θα πέρναγαν την πρώτη τους νύχτα μαζι στην Βενετία. "Με φοβίζουν οι σκιές. Νομίζω πως θα πεταχτούν ιππότες σταυρόφόροι" του είπε σιγά. "Μην φοβάσαι καρδιά μου, εδώ είμαι εγώ να σε υπερασπιστώ, με το σπαθί μου. Είχε τον ιππότη της μαζί, γιατί να φοβάται. Του έσφιξε το χέρι. Ανέβηκαν αγκαλιασμένοι τα σκαλια ως το δεύτερο πάτωμα. "Θα με πάρεις αγκαλιά, να μ' αγαπήσεις πιό πολύ? θα μου πεις παραμύθι ύστερα? Θα με ξυπνήσεις μ' ένα φιλί το πρωί?" Ετρεχε, όπως πάντα εκείνη έτρεχε. Σαν το γάργαρο νερό. Εκείνος ζήτησε spoumante, έβαλε "την μικρή νυχτερινή μουσική", την αγκάλιασε, βγήκαν στην βεράντα, κοίταξαν την νύχτα. Αυτή ή νύχτα ήταν όλη δική τους. Της έδωσε να πιεί απο το ποτήρι του, να μάθει τα μυστικά της. Σαν να διάβασε την σκέψη του του είπε "όσο είμαι μαζί σου δεν έχω μυστικά". Αρχισε να της λέει ένα παραμύθι..... αφέθηκε πάνω του και άκουγε, κοιτώντας τ' άστρα. Φίλησε τα χείλη της απαλά. Τον χαϊδεψε γλυκά. Ατέλειωτα φιλιά, ατέλειωτη αγάπη, ένα βράδυ δικό τους ως το ξημέρωμα. Την αγάπησε και του το ανταπέδωσε ως που την πήρε ο ύπνος, στην αγκαλιά του. Εκείνος δεν ήθελε να κοιμηθεί. Την κοιταζε. Ηθελε να την ξυπνήσει να την αγαπήσει, ξανά και ξανα. Εκείνη κοιμόταν σαν αγγελούδι. Δεν νύσταζε. Δεν ήθελε να κλείσει τα μάτια. Ηθελε να την κοιτά, ως που ξημέρωσε. Ο ήλιος μπήκε απο τις βαριές κουρτίνες που δεν είχε κλείσει. Μία ακτίνα της χάϊδεψε το στήθος. Παλλόταν απο την ανάσα της. Εσκυψε και την φίλησε. Ανοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε χαμογελώντας του. Εχασε τον κόσμο. Τον πήρε αγκαλιά και του ανταπέδωσε τα φιλιά ψυθιρίζοντας του λόγια αγάπης. "J' aime, je chante et je ....., et je suis, heureuse sur terre" της ήρθε και του είπε, κλείνοντάς τον στην αγκαλιά της. Je t' adore της ανταπάντησε χαμογελόντας. Βρίσκονταν στην Ιταλία, και χρησιμοποιούσαν την γλώσσα που τους είχε φέρει κοντά.
Πως είσαι καλέ μου? τον ρώτησε "είμαι καλά τώρα, θέλω να σε κρατώ στην αγκαλιά μου, συνέχεια" της ανταπέδωσε το χαμόγελο.
Το ταξίδι τελείωσε, η αγάπη τελειώνει? Σίγουρα όχι. Είναι ένα ατέρμονο ταξίδι. Κάθε τόσο κλείνουν τα μάτια και πάνε Βενετία. Πάλι και πάλι.



Σάββατο 18 Αυγούστου 2007

Διαμάντια του βυθού

«Όλα δικά σου μάτια μου», τον άκουσε να της λέει. Είχε αναδυθεί. Γύρισε και τον κοίταξε, διακόπτοντας το διαβασμά της. Της χαμογελούσε. Στην ποδιά της είχαν πέσει μικρά βοτσαλάκια χρωματιστά που λαμπύριζαν. «Μου έφερες μπριλάντια από το βυθό για την συλλογή μου?» του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Σ’ ευχαριστώ πολύ». Εκείνος έσκυψε για ένα πεταχτό φιλί στο κεφάλι της, όπως συνήθιζε. «Για την πριγκηπέσα μου, όλους τους θυσαυρούς του βυθού». Ανταπάντησε. Κάθισε δίπλα της, αφού απίθωσε δίπλα όλα τα σύνεργα της κατάδυσης. Την αγκάλιασε. «Λοιπόν, πως πέρασες όλες αυτές τις ατελείωτες ώρες τις σιωπής?» την πείραξε. «Διαβάζω, σε σκέπτομαι και περιμένω τον πρίγκηπά μου, του χαμογέλασε. Επιασαν κουβέντα για τα όστρακα του βυθού, για τα ψαράκια, για τα χταπόδια, ως που σουρούπωσε. Κινήθηκε να μαζέψει το βιβλίο της και την πετσέτα. «Εχει πανσέληνο απόψε, δεν θα μου στερήσεις την χαρά», πρότεινε βέβαιος για την απάντησή της.
Αντιπρότεινε «θα σε πάω μία βόλτα». Την κοίταξε. «που θέλει το μικράκι μου να με πάει? Βόλτα στο φεγγάρι?». Η ερώτησή του έμεινε αναπάντητη. Τι του ετοίμαζε? Μπήκε βουβός στο αυτοκίνητο μαζί της. Ξεκίνησε και του είπε «θα σε πάω σε μαγικά μονοπάτια, απόψε». «Ετσι, βρεγμένο πρίγκιπα, με θέλεις?» αστειεύτηκε. Ηταν βυθισμένη στις σκέψεις της. Οδηγούσε ήρεμα και σταθερά.
Τον πήγε σπίτι του. Η πόρτα άνοιξε και χαρούμενες φωνές την υποδέχτηκαν.
«Νονά αργησες» κρεμάστηκε στο λαιμό της και την φιλούσε η Αννιώ «ναι αλλα τώρα ειμαι εδώ και σου έφερα βότσαλα για την συλλογή σου. Σταμάτα να κάνεις το πιθηκάκι. Μεγάλωσες πιά!» της απάντησε εκείνη και γύρισε προς το μέρος του. «Είδες πόσο μεγάλωσε?». Εκείνος ήταν σα χαμένος. Πολύ φυσικό. Τόσα χρόνια τους είχε αφήσει. Μεγάλωσε η Αννιώ, η Βέρα, ήταν μία λυγερόκορμη έφηβη ίδια η μητέρα της, όλοι ήταν εκεί. Η Μαριώ του, με τα άλλα δύο αγόρια της και ο Παντελής, ο μικρός Παντελής, Κοίτα, αχ, πως γκρίζαραν οι κρόταφοι του…., η αδελφή του, η γλυκιά Νόρα, η ανηψιά του με τα μακριά ξανθά μαλλιά, ίδια της γιαγιάς της, ο Δημητρός. Πόσα χρόνια είχαν ν‘ ανοίξουν πανιά μαζί. Ο Σπύρος, η Λούλα, τα δίδυμα. Μα, αυτά ήταν νεαροί πια.
Ενοιωσε το χέρι της στον ώμο του. «βλέπεις? Ολοι εδώ είμαστε. Ολοι μαζί αγαπημένοι. Όπως μας άφησες. Συνεχίζουμε την ταινία που ετοίμασες, σκηνοθέτησες και άφησες στην μέση».
Είχε βουρκώσει. Ενας κόμπος είχε ανέβει στο λαιμό του. Γύρισε από την άλλη πλευρά να μην τον δει. Δεν μπορούσε να της απαντήσει. Τι σπάνιο δώρο ήταν αυτό που το έκανε. Μετά από τόσα χρόνια να τον φέρει πάλι πίσω. Αυτό το μικράκι του πάντα τον αγαπούσε. Τώρα περισσότερο.
Κοίταξε την μεγάλη του κόρη την Βέρα. Ολόϊδια η μητέρα της. Μελαχροινη ομορφιά με μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια. Της είχε αδυναμία. Είχε ζήσει περισσότερο μαζί της. Ηταν η πρώτη. Μετά την ανηψιά του, η πρώτη δική του ζύμη. Ένα ζυμαράκι που του χαμογελούσε κάνοντας μικρά βηματάκια να τον φτάσει. Γύρισε το βλέμα στην Μαριώ του. Το κορίτσι που είχε γνωρίσει είχε μεγαλώσει αρκετά….. Είχε γοητευτεί από την παρουσία της, προσπάθησε στην πορεία να την αγαπήσει, προσπάθησε. Την είχε πικράνει τόσο….
Κοίταξε γύρω του. Όλα είχαν αλλάξει. Οι φωτογραφίες έμεναν στη θέση τους, να θυμίζουν ευτυχισμένες οικογενειακές στιγμές. Στιγμές χαρούμενες. Στιγμές που είχε μαζί του πάρει, θαμμένες όμως τόσα χρόνια. Λιγο πιο πέρα, στέκονταν οι δικές του φωτογραφίες. Τότε στην Γερμανία, στην Αμερική, στην λιακάδα του Λυκαβηττού , στο σκάφος.
Του έλειψε ξαφνικά και την αναζήτησε με το βλέμμα. Καθόταν όπως συνήθως στην αγαπημένη της πολυθρόνα και πήγε και θρονιάστηκε δίπλα της, στο μπράτσο όπως παλιά.
Γύρισε και τον κοίταξε γλυκά. «Γάτε, πως τα βλέπεις?» του γέλασε. Γάτο, τον έλεγε γιατί τριβόταν σαν χαδιάρικο γατί. Πόσα χρόνια ειχε να το ακούσει. Δεν τον ειπε ποτέ κανείς έτσι. Σέβονταν ότι αυτό της ανήκε. «Όλα άλλαξαν» της ψιθύρισε, φιλώντας την στο κεφάλι «όλα άλλαξαν, μονο εσύ μένεις ίδια. Και το δώρο που μου έκανες, αξίζει όσο μια ζωή», «τη ζωή που μου χάρισες», ανταπάντησε εκείνη και αφοσιώθηκε στην κουβέντα της με την Νόρα.
Κανόνιζαν που θα πάνε για την Πανσέληνο και εκείνη ήταν πάντα συμβουλάτορας. Φώναζαν όλοι μαζί, χάλαγαν τον κόσμο. Προτάσεις έπεφταν στο τραπέζι, σχέδια για διασκέδαση. Πόση ανεμελιά κουβαλούσαν. Πόση ηρεμία ……
Οι μεγάλοι γύρω από το bbq διασκέδαζαν. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ο Παντελής να διεκδικεί την μπριζόλα του, με γέλια από τον Δημητρό, η Λούλα να τρυπά το λουκάνικο και αυτό να μην ψήνεται. Μέσα σε γέλια τρανταχτά, να τους ακούει η γειτονιά, ως συνήθως.
Πήγε δίπλα της και την σκούντηξε. «Ο Στέφανος που είναι?» «αργεί, δεν θυμάσαι, πάντα αργούσε» του πέταξε εκείνη, ενώ συνέχισε να ρωτά τα παιδιά για την παραλία στο Μαύρο Λιθάρι. Ολοι εδώ. Ολοι οι αγαπημενοι του εδώ μπροστά του. Κι εκείνος να παρακολουθεί με λυμένα τα γόνατα και ένα κόμπο στο στομάχι. «Μόνο εγώ λείπω», σκέφτηκε και ταξίδεψε.
Τον παρατηρούσε με την άκρη του ματιού της. Να τους κοιτά όλους, να τους εξετάζει, να τριγυρίζει ανάμεσά τους. Ηθελε χρόνια να τον φέρει εδώ. Από τότε που αποφάσισε πως δεν είχε λόγο να του είναι θυμωμένη που έφυγε. Τότε που τον έκανε σύντροφο αχώριστο στην καθημερινότητα, στα ταξίδια, στις βόλτες, σε ότι είχαν ζήσει μαζί.
Του χρώσταγε αυτό το ταξίδι μαζί της εδώ μέσα. Και είχε δίκιο. Τον έβλεπε να χαϊδεύει τα κεφάλια των παιδιών να τα κοιτά στα μάτια, να χαίρεται μαζί τους. Φαινόταν ευτυχισμένος. Ηταν ευτυχισμένος. Τον ήξερε καλά.
Το κουδούνι της πόρτας την έφερε πίσω. Ανοιξε, μιας και ήταν πιο κοντά. Αντι για καλησπέρα, ο Στέφανος της είπε «είμαι ανήσυχος. Νομίζω πως ταξιδεύω με τον Τζώρτζη όλη την ημέρα». Τον καλησπέρισε ήρεμα μ’ ένα φιλί. «εδώ είναι, μαζί μας. Υποσχέθηκα να παρακολουθήσω την κατάδυση, αν ερχόταν».
«Εκβιασμός, καθαρός εκβιασμός, μικράκι» της σφύριξε από μακριά εκείνος.
«Ναι, αλλά είσαι ευτυχισμένος, είσαι πλήρης» του απάντησε εκείνη. Ένα ελαφρύ αεράκι, τρύπωσε στο σαλόνι. Εκανε τον μεγάλο πολυέλαιο να κουνηθεί και τα κρυσταλλάκια να κουνηθούν σε ένα περιέργο ρυθμό. Σιωπή απλώθηκε μεμιάς. Ο Παντελής σηκώθηκε ήρεμα και κινήθηκε προς το σαλόνι. Επιασε με το χέρι του το φωτιστικό και προσπάθησε να το σταματήσει. Η μουσική δυνάμωνε και το κούνημα το ίδιο.
«Ψυχές, περνάνε» είπε ο Στέφος και πήρε τον Παντελή παράμερα. «Το αγαπημένο του παιγνίδι ήταν να παίζει με τα κρύσταλλα». Κατευθύνθηκαν προς το μεγάλο μπαλκόνι που ήταν και οι άλλοι. «Η ζωή, συνεχίζεται» φώναξε και άρπαξε από το πιάτο του Παντελή ένα μπριζολάκι. Τα παιδιά είχαν γυρίσει στην βοή τους, χωρίς να δώσουν άλλη σημασία.

Εκείνη στάθηκε στην άκρη της βεράντας και κοίταζε τον πρίγκιπά της να καλπάζει μακριά, στο φως της Πανσελήνου. Την χαιρέτησε κουνόντας το χέρι και φωνάζοντάς της. "Θάρθω πάλι, σ' ευχαριστώ". Μια γαλήνη απλώθηκε στο πρόσωπό της. Ηταν ευτυχισμένος. Κι εκείνη.

Κυριακή 12 Αυγούστου 2007

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2007

Ανοικτή καλοκαιριάτικη επιστολή !

Aκριβέ μου Ιούλιε,
Δύο λέξεις μόνο για να ενημερωθείς, ότι θα απουσιάσω απο τις ....."σελίδες" και να μην νομίσεις πως με απήγαγαν Σαρακηνοί πειρατές. Δεν θα χρειαστεί να πληρώσεις λύτρα για να με πάρεις πίσω. Μην ανησυχήσεις και με ψάχνεις στις 7 θάλασσες. Μην ειδοποιήσεις τον στόλο και φύγει για τα ανοικτά, προς αναζήτησή μου. Θα λείψω περί τις 3 εβδομάδες, πάραυτα θα ευρίσκομαι εντός των τειχών και στις τριγύρω παραλίες. Τον 15αύγουστο, θα γευτώ την ησυχία της πρωτεύουσας και παραδοσιακά θα πιώ καφέ στο κέντρο.......
Ακριβέ μου Ιούλιε,
Θα σου είμαι..... "αφοσιωμένη" για το πιστή δεν ορκίζομαι! Θα πάω να "ξεπλύνω" νου και λογική, να κάνω τρέλλες, να φορτίσω ξενοιασιά και να γλεντήσω όσο μπορώ περισσότερο, να μεθύσω απο ήλιο και όνειρα, να γευτώ ότι θα μου προσφέρει η ζωή, να γίνω μία άλλη. Αν βρεθεί στο διάβα μου, κάτι που να με μαγέψει, ομοίως δεν ορκίζομαι ότι θα γυρίσω πίσω. Σου το δηλώνω απερίφραστα, γιατί είμαι προετοιμασμένη για όλα. Αλλωστε δηλώνεις ότι σου αρέσουν οι φίλες μου. Εμπρός !!

η Ζουζούνα