Προ πάντων όλων, είχαν ευφιία (πως γράφεται) !. Το τι γινόταν δεν λέγεται. Ζούσα με ευφιείς ανθρώπους στο σπίτι και στην συγγενική γύρα και στην γειτονιά. Παλιά λέμε. Πως μεγάλωσα λέμε.
Αρχής γενομένης απο την γιαγιά Βασιλικούλα που δεν την προλάβαινες στις ατάκες. Υστερα οι θείες Βασιλείου και το αποκορύφωμα η θεία Μαρία με τον Γρηγοράκη.
Οταν μαζεύονταν, γέλια μέχρι κατουρήματος. Μπουκιά δεν σταυρώναμε, τα κυριακάτικα μεσημέρια. Πνιγμός απο τα γέλια...
Ο Γρηγοράκης, απόστρατος αξιωματικός, πλέον, μια ατάκα πέταγε και μετά εκανε να μιλήσει μισή ώρα. Απολάμβανε τους άλλους που χαχάνιζαν και συμπλήρωνε? μα τι είπα? γιατί γελάτε....
Η θειά Μαρία, ανεκδιήγητη. Χωρίς παιδιά, απο εκεινα τα ζευγάρια, που ζήσαν αγαπημένα ως τον θάνατο του θείου. Αχνά θυμάμαι. που τηλεφώνησε και μου το είπε.... εγώ μπροστάντζα γραμματεία σπιτιού... 9 ετών?... όχι παραπάνω.
Ερχονταν του Αγίου Νικολάου και απο κάτω, μόλις έμπαινε, φώναζε ο Γρηγοράκης. Ψηλός ντερεκωτός, λιγνός. "Να χαιρόμαστε τους Νι-κολάκηδές μας" και γινόταν πανηγύρι. Οταν έφθαναν απάνω, συνέχιζε "α, Νίκο, εδώ εισαι? χρόνια πολλά βρε, δεν το ξέραμε, έτσι περάσαμε"...
Το σπίτι της γιαγιάς, ήταν δύο πατώματα, που έμεναν στο πάνω, το πρώτο, με 8 σκαλιά και το υπόγειο που ενοικιάζοντο.
Απο που να αρχίσω τι είχε περάσει ως το 69 που κατεβήκαμε στο πρώτο. Στο υπόγειο, δεν θυμάμαι, πότε έφυγαν η Κυρά Ντίνα με τις κόρες της.. καλά που θες και να θυμάμαι...
Αυτά που γνώρισα, ήταν ο Μπρίκμαν, ο Ζωγράφος, και
Η σίτσα Μπάφου, με την Νίτσα και τον Σάκη, και στο άλλο δωμάτιο, ο κυρ Νίκος ο Αλίμονος, μπογιατζής ων, η κυρά Ντίνα που είπαμε, η κυρία Μάρθα παλαιότερα. η κορη της παντρεύτηκε έναν Εβραίο (τώρα πρόσφατα), που τον έκρυβαν.
Στον πρώτο είχε καθίσει η Σοφία που έγινε Μπαρού μετά και πήγε παραπάνω και η Βάσω με τον αδελφό της που παντρεύτηκε την Σοφία.
Η Κα Κολλοκα (Μερόπη, ώρα το παιδεύω) με τον Χρήστο τον γιό της, πατέρα δεν ξέρω τι και πως είχαν....
αυτούς θυμάμαι απο τα λεγόμενα και γνώρισα εκτός απο την κυρία Μάρθα.
Ελεγε καφέ, έλεγε χαρτιά, αγαπημένη της Ασημίνας και της Χαρίκλειας, η οποία έμεινε και μαζί της για λίγο καιρό.
Σκόρπια απο δω κι απο κεί. Η Βασιλικούλα, είχε εφεύρει διάφορα, τύπου Ιορδάνη καφέ και σηκοκράτει και ένα άλλο που μου διαφεύγει. Ως να το σκεφτώ, ήρθε... φωναζε η γιαγιά τον Σηκοχτύπα και απειλούσε για μπούφλες !
Αφού ήπιαμε τον μισο Ιορδάνη ποταμό, νομίζοντας πως πίνουμε καφέ, ενας ένας που μεγαλώναμε, το μαθαίναμε...
Υστερα έμαθα για τον παλιό, σηκοκράτη... "πήγαινε Μίμη στη θεία Μάρθα και πες της να σου δώσει το σηκοκράτη. Κατέβαινε ο Μίτσος χαρούμενος στο υπόγειο και ξέμενε εκεί κανα δυο τρείς ώρες. Ηταν το συνθηματικό να τον κρατήσει η Μάρθα, γιατί απάνω, είχαν ή επισκέψεις ή δουλειές....
Υπέροχοι άνθρωποι, ευρηματικοί, που πέρασαν και μας άφησαν τα χνάρια τους, βαθιά χαραγμένα στην καρδιά.
Συν τω χρόνω, εκτός των παιδικών φίλων και οικογενειακών γνωστών, συναντώ ανθρώπους με εξαιρετική ευφιία. Δεν μπορώ να συντονιστώ.
Το χιούμορ μου είναι αλλού. Δεν ξέρω τι κληρονόμισα αλλά άμα το βρείτε, στείλετε το απο διώ....
Αρχής γενομένης απο την γιαγιά Βασιλικούλα που δεν την προλάβαινες στις ατάκες. Υστερα οι θείες Βασιλείου και το αποκορύφωμα η θεία Μαρία με τον Γρηγοράκη.
Οταν μαζεύονταν, γέλια μέχρι κατουρήματος. Μπουκιά δεν σταυρώναμε, τα κυριακάτικα μεσημέρια. Πνιγμός απο τα γέλια...
Ο Γρηγοράκης, απόστρατος αξιωματικός, πλέον, μια ατάκα πέταγε και μετά εκανε να μιλήσει μισή ώρα. Απολάμβανε τους άλλους που χαχάνιζαν και συμπλήρωνε? μα τι είπα? γιατί γελάτε....
Η θειά Μαρία, ανεκδιήγητη. Χωρίς παιδιά, απο εκεινα τα ζευγάρια, που ζήσαν αγαπημένα ως τον θάνατο του θείου. Αχνά θυμάμαι. που τηλεφώνησε και μου το είπε.... εγώ μπροστάντζα γραμματεία σπιτιού... 9 ετών?... όχι παραπάνω.
Ερχονταν του Αγίου Νικολάου και απο κάτω, μόλις έμπαινε, φώναζε ο Γρηγοράκης. Ψηλός ντερεκωτός, λιγνός. "Να χαιρόμαστε τους Νι-κολάκηδές μας" και γινόταν πανηγύρι. Οταν έφθαναν απάνω, συνέχιζε "α, Νίκο, εδώ εισαι? χρόνια πολλά βρε, δεν το ξέραμε, έτσι περάσαμε"...
Το σπίτι της γιαγιάς, ήταν δύο πατώματα, που έμεναν στο πάνω, το πρώτο, με 8 σκαλιά και το υπόγειο που ενοικιάζοντο.
Απο που να αρχίσω τι είχε περάσει ως το 69 που κατεβήκαμε στο πρώτο. Στο υπόγειο, δεν θυμάμαι, πότε έφυγαν η Κυρά Ντίνα με τις κόρες της.. καλά που θες και να θυμάμαι...
Αυτά που γνώρισα, ήταν ο Μπρίκμαν, ο Ζωγράφος, και
Η σίτσα Μπάφου, με την Νίτσα και τον Σάκη, και στο άλλο δωμάτιο, ο κυρ Νίκος ο Αλίμονος, μπογιατζής ων, η κυρά Ντίνα που είπαμε, η κυρία Μάρθα παλαιότερα. η κορη της παντρεύτηκε έναν Εβραίο (τώρα πρόσφατα), που τον έκρυβαν.
Στον πρώτο είχε καθίσει η Σοφία που έγινε Μπαρού μετά και πήγε παραπάνω και η Βάσω με τον αδελφό της που παντρεύτηκε την Σοφία.
Η Κα Κολλοκα (Μερόπη, ώρα το παιδεύω) με τον Χρήστο τον γιό της, πατέρα δεν ξέρω τι και πως είχαν....
αυτούς θυμάμαι απο τα λεγόμενα και γνώρισα εκτός απο την κυρία Μάρθα.
Ελεγε καφέ, έλεγε χαρτιά, αγαπημένη της Ασημίνας και της Χαρίκλειας, η οποία έμεινε και μαζί της για λίγο καιρό.
Σκόρπια απο δω κι απο κεί. Η Βασιλικούλα, είχε εφεύρει διάφορα, τύπου Ιορδάνη καφέ και σηκοκράτει και ένα άλλο που μου διαφεύγει. Ως να το σκεφτώ, ήρθε... φωναζε η γιαγιά τον Σηκοχτύπα και απειλούσε για μπούφλες !
Αφού ήπιαμε τον μισο Ιορδάνη ποταμό, νομίζοντας πως πίνουμε καφέ, ενας ένας που μεγαλώναμε, το μαθαίναμε...
Υστερα έμαθα για τον παλιό, σηκοκράτη... "πήγαινε Μίμη στη θεία Μάρθα και πες της να σου δώσει το σηκοκράτη. Κατέβαινε ο Μίτσος χαρούμενος στο υπόγειο και ξέμενε εκεί κανα δυο τρείς ώρες. Ηταν το συνθηματικό να τον κρατήσει η Μάρθα, γιατί απάνω, είχαν ή επισκέψεις ή δουλειές....
Υπέροχοι άνθρωποι, ευρηματικοί, που πέρασαν και μας άφησαν τα χνάρια τους, βαθιά χαραγμένα στην καρδιά.
Συν τω χρόνω, εκτός των παιδικών φίλων και οικογενειακών γνωστών, συναντώ ανθρώπους με εξαιρετική ευφιία. Δεν μπορώ να συντονιστώ.
Το χιούμορ μου είναι αλλού. Δεν ξέρω τι κληρονόμισα αλλά άμα το βρείτε, στείλετε το απο διώ....