Ελάτε να γιορτάσουμε

Ελάτε να γιορτάσουμε
Σαφώς... φορέσαμε και τιάρα !

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2007

"Λεωφορείο ο Πόθος"

Ο Μελωμένος και ο Γιώργος, μου έκαναν την τιμή και μου ζήτησαν να συμμετάσχω στο blog "Λεωφορείο ο Πόθος" που ξεκίνησαν και σκοπό έχει να γίνει μία ιστορία απο πολλούς μαζί. Γράφει ο ένας και σταματά κάπου και μετά συνεχίζει ο άλλος. Κάτι ανάλογο έχει παρουσιαστεί στο παρελθόν 3 φορές απο αναγνωρισμένους συγγραφείς.
Μια χαρά ως εδώ. Θυμηθηκα και το πολύ παλιό βιβλίο, μου θύμησε ο Γιώργος και τα υπόλοιπα....
Ομως η ξανθιά που δεν διαβάζει τίποτα ήσυχα παρά τρέχει συνεχώς, άλλο κατάλαβε. Είχα και λίγο χρόνο, εφτιαξα μία ιστορία όπως την ήθελα σε 10 λεπτά (σκέπτομαι και γράφω ταυτοχρονα - δεν μου πήρε και παραπάνω) και όταν κατάλαβα τι γίνεται έμεινα να την κοιτώ.
Την αναρτώ λοιπόν εδώ για "διαφήμηση του Blog Λεωφορείο ο Πόθος" γιατί δεν έχω τι να την κάνω. Μετά περάστε και απο το άλλο blog - στοιχεία παρακάτω - και απολαύστε αυτό που οι φίλοι έφτιαξαν.

An old Sydney motor bus in 1923

Δούλευε στο μαγαζί του πατέρα και του θείου του. Περίφημο εστιατόριο και ζαχαροπλαστείο στο κέντρο των Αθηνών. Η οικογένεια έμενε σε ένα δίπατο σπίτι. Οι γονείς, ο θείος της μητέρας, περίφημος ζαχαροπλάστης, η θεία αδελφή του πατέρα, οι τρείς αδελφές του κι εκείνος.
Η ζωή, του είχε χαριστεί. Σπούδασε χημικός με ειδίκευση στην οινολογία, στην Αθήνα και η οικογενειακή επιχείρηση τον χρειαζόταν. Θα μπορούσε στο κτήμα να έχει αμπέλια και …. Είχε κάνει ένα σωρό όνειρα. Το δικό του κρασί θα το είχαν μαγαζί και θα μπορούσε να δίνει από την μικρή του παραγωγή και σε άλλα ακόμη.
Ο θειος ζαχαροπλάστης, ο πατέρας μάγειρας και η θεία περιφερόταν τακτοποιώντας τα γλυκα, χαρίζοντας χαμόγελα στους πελάτες και συμβουλευοντάς τους τι θα φάνε και τι θα πάρουν για γλυκό. Οι δουλειές πήγαιναν καλά. Η προσφυγιά που ήρθε από μακριά, δεν είχε το νου της στα γλυκά, όμως προσέλαβαν 2 μαστόρους άξιους και ικανούς Σμυρνιούς και άνοιξαν οι δουλειές. Νέες συνταγές που έδωσαν ώθηση ακόμη μεγαλύτερη.
Είχαν φανεί και δύο γαμπροί για τις αδελφές του. Εκείνος ήταν μικρός ακόμη. Αλλωστε έπρεπε να τις παντρέψει και τις τρείς και μετά να σκεφτεί τον εαυτό του. Η προίκα για τις αδελφές του ήταν έτοιμη, όμως «σεβόταν» την παράδοση.
Ξημέρωνε Απρίλιος και η πόρτα τους ξαφνικά, δεχόταν ομοβροντία χτυπημάτων. Πετάχτηκαν όλοι επάνω και έτρεξαν να δουνε τι συμβαίνει. Με κοφτή ανάσα από το τρέξιμο ο γιός της διπλανής φώναζε. «Φωτιά στο μαγαζί».
Ντύθηκαν όπως όπως και έτρεξαν. Ηταν μάλλον αργά. Στο αχνο φως του ξημερώματος, το μόνο που φαινόταν ήταν τα αποκαϊδια. Αγκαλιάστηκαν και κοιτούσαν το άγριο τοπίο. Δεν είχε μείνει τίποτα. Ολη τους η περιουσία είχε καταστραφεί. Οι γυναίκες έκλαιγαν γοερά. Ο πατέρας του, κράταγε την μητέρα από τους ώμους και ήταν βουρκωμένος. Η αστυνομία ήρθε πάνω στην ωρα. Η Πυροσβεστική δεν μπορεσε να κάνει τίποτα. Τα χρήματα που είχαν στην άκρη, έφταναν για να παντρέψουν τις κόρες. Δεν θα τα πείραζαν, όσο και αν εκείνες αρνήθηκαν. Το μαγαζί, έπρεπε να ξαναγίνει.
Τότε ακριβώς ήταν που ο παιδικός του φίλος, έφευγε για την Αυστραλία. Ηρθε να τον αποχαιρετήσει και να τον παρακαλέσει να «έχει μια έννοια τους γονείς του». Εμεινε άναυδος να τους κοιτά όταν του είπαν τι είχε συμβεί.Το χαμόγελο είχε παγώσει στα χείλη όλων. «Όχι Τάκη, τώρα θα φύγεις, τώρα που σε χρειάζομαι κι εγώ εδώ» ψέλλισε και έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. «Τα χαρτιά μου είναι έτοιμα και φεύγω αύριο το μεσημέρι». Θα σου γράφω. Πρέπει να πάω να δουλέψω, να βγάλω λεφτά και να γυρίσω πίσω. Τα είπαμε Γιακουμή», τον χτύπησε στην πλάτη. Καλοκοίταγε την μικρή του αδελφή, αλλά ο πατέρας ούτε να το ακούσει.
Ο Τάκης έφυγε, και στους 6 μήνες επάνω η ζωή της οικογένειας είχε αλλάξει άρδην. Ο πατέρας είχε πιάσει δουλειά σε μεγάλο ξενοδοχείο σαν μάγειρας, χάριν στις γνωριμίες του, ο θείος, είχε μία περίεργη παράλυση στα χέρια του που δεν τον άφηνε να δουλέψει, η θεία, είχε πάθει κατάθλιψη και οι αδελφές του βρίσκονταν σε μοδιστράδικο και καπελαδικο και δούλευαν.
Εκείνος ήθελε να κάνει τόσα. Και τώρα…. Τώρα ήταν σε μεγάλο μπακάλικο και φόρτωνε κιβώτια όλη την ημέρα. Τα όνειρά του ήταν μάλλον ταραγμένα. Το γράμμα του Τάκη, ήρθε αναπάντεχα και τον έκανε να χαμογελάσει. «Εδώ κάνω τον οδηγό λεωφορείου, δουλευω πολύ, σε έχω επιθυμήσει, δουλειές όμως υπάρχουν για όλους. Πάρε την Κοραλία κι ελάτε». " Πάντα χωρατατζής ο Τάκης", απάντησε στην μητέρα του, που τον ρώτησε για τα νέα του.
Όμως η ιδέα είχε καρφωθεί στο μυαλό του. Να πάει εκεί μακριά να δουλέψει, να βγάλει χρήματα, να γυρίσει να ξελαφρώσει την οικογένεια. Αρχισε να το συζητά με τον θείο και την μητέρα, ήθελε να το πει του πατέρα, αλλά τον…. «φοβόταν» λίγο. Την αντίδρασή του. Δεν είχε άλλο γιό. Να έφευγε κι αυτός? Πήγε από το προξενείο και ζήτησε πληροφορίες. Ετοίμασε τα χαρτιά του, το είχε αποφασίσει. Να φύγει. Να φύγει μακριά να δουλέψει.
Ξημέρωνε Δεκέμβριος που πήρε το καράβι. Ενα καράβι που σε 2 μήνες θα τον πήγαινε στην πολυπόθητη Αυστραλία. Δεν είχε κουράγιο να τους κοιτάξει, δεν είχε κουράγιο να τους αποχαιρετήσει. Τους αγκάλιαζε και τους φίλαγε και μουρμούριζε "θα σας γράφω".
Το ταξίδι ήταν δυσκολο, ο καιρός άστατος, η θάλασσα όχι ήρεμη πάντα, οι εβδομάδες διαδέχονταν η μία την άλλη και κάποτε έφθασε στο Σύδνεϋ. Ο Τάκης, στεκόταν στην προκυμαία και τον χαιρετούσε απο μακριά. Αναθάρρισε γιατί τόσες ημέρες, δεν είχε κανέναν δικό του, όσο κι αν έκανε γνωριμίες, αισθανόταν μία έλλειψη.
Το σπίτι του Τάκη, φάντασε όαση μετά το καράβι και κάθισαν σ' ένα μικρό σαλονάκι όλο το βράδι να τα λένε. Την άλλη μέρα, δεν είχε βάρδια ο Τάκης και έτσι μπορούσαν να ξενυχτήσουν. Μέχρι να πούνε όλα τα νέα τους, έφτασε η ώρα για τον πρωϊνό καφέ. "Σου έκλεισα ένα ραντεβού με την Διεύθυνση στα Λεωφορεία και σε περιμένουν. Μπορείς να πλυθείς και να πάμε.
Η δουλειά που του πρότειναν ήταν καλή. Περιείχε βέβαια εκπαίδευση πρώτα ενός μηνός, μα του φαινόταν παιγνιδάκι. Στην Αθήνα οδηγούσε αυτοκίνητο, ήξερε τα βασικά τουλάχιστον.
Εφθαναν Χριστούγεννα, έμενε με τον Τάκη, μιλούσαν συνέχεια για τις οικογένειές τους στην πατρίδα, έγραφαν άπειρα γράμματα και πήγαινε και στο "σχολείο". Την γλώσσα την ήξερε, δεν είχε δυσκολίες, γνώρισε κόσμο μέσω του Τάκη, έλληνες και ιταλούς και άλλες εθνότητες. Οι εορτές τον βρήκαν λίγο μελαγχολικό. Του έλειπαν πράγματα και πρόσωπα. Ομως το πείσμα να δουλέψει να βγάλει χρήματα, τον κράταγε δυνατά.
Τους είχαν καλέσει σε μία εορτή για τα Χριστούγεννα, ήταν καλοκαίρι, δεν του πολυέκανε καρδιά να εορτάσει με τέτοια ζέστη. Δεν αρνήθηκε όμως για να μην χαλάσει το κέφι του Τάκη.
Εφθασαν στο σπίτι που ήταν ολόφωτο και τους περίμεναν οι οικοδεσπότες. Γνώρισε κόσμο, είχε προτάσεις για την Πρωτοχρονιά, πέρασε πολύ καλά. Η έννοια για την οικογένεια, "πέρασε" την στιγμή που άνοιξε ένα δέμα, λίγες ημέρες αργότερα. Γράμματα και λιχουδιές απο την πατρίδα. Φώναξε του Τάκη να τρέξει και έπεσαν με τα μούτρα να διαβάζουν και να τρώνε. Σύκα, καρύδια.... ότι μπορούσε να φανταστεί κανείς.
Ο χρόνος κύλαγε και η ζωή του το ίδιο. Η δουλεία δεν ήταν ότι καλύτερο, όμως το λεωφορείο τον έκανε να κάνει "όνειρα' και "ταξίδια". Το είχε ονομάσει "Λεωφορείο ο Πόθος". Ποθούσε να βγάλει χρήματα να γυρίσει πίσω στην πατρίδα.
Εβγαινε με παρέες μαζί με τον Τάκη, άκουγε μουσική, πήγαιναν σε χορούς, είχε πιά το δικό του λεωφορείο να οδηγεί, έβγαζε χρήματα. Οχι πάρα πολλά, όμως μπορούσε να στέλνει και στους γονείς. Με την Ανθή, είχε γνωριστεί απο τις πρώτες ημέρες που ήταν εκεί. Δεν την έλεγαν Αθνή, την είχε βαπτίσει έτσι και την αποκαλούσε γιατί ήταν σαν μίσχος λουλουδιού λεπτεπίλεπτου. Πήγαιναν εκδρομές, πήγαιναν σε χορούς, πήγαινε σπίτι της. Ο πατέρας της είχε μία μικρή οινοποιία και έτσι μπορούσε κάποιες ώρες που είχε ελεύθερες να τις περνά εκεί. Γέμιζε ο χρόνος τους και το ενδιαφέρον του για την επιστήμη του.
Πέρασαν τρία χρόνια και την παραμονή της πρωτοχρονιάς, αποφάσισε να κάνει συζήτηση με τον κο Berkley, τον πατέρα της Ανθής. Του το ζήτησε και εκείνος τον κάλεσε στο μικρό σαλόνι. "παρ' ότι δεν είναι η ημέρα κατάλληλη, θέλω να σου ζητήσω κι εγώ να τα πούμε. Χρειάζομαι έναν άνθρωπο έμπιστο για το εργοστάσιο". Ακριβώς αυτό ηθελε να του πει κι εκείνος. Η χαρά του, δεν περιγραφόταν. Το χαμόγελό του, είχε φτάσει ως τ' αυτιά και σιγογραγουδούσε όλο το υπόλοιπο βράδι.
Οι μήνες τρέχανε, είχε αφήσει την δουλειά στο λεωφορείο, είχε ρίξει όλες τους τις δυνάμεις στο εργοστάσιο. Ζήτησε απο τον Τάκη, να είναι μαζί του και εκείνος δεν το αρνήθηκε. Οι λίγες γνώσεις στα οικονομικά, τον βοήθησαν να πηγαίνει σε μία σχολή παράλληλα με την δουλειά.
Οι δύο φίλοι, δεν ήθελαν να χωρίσουν, έπιασαν ένα μεγαλύτερο σπίτι. Ο Τάκης, κατάφερε να ζητήσει την Κοραλία του σε γάμο και να δεχτούν οι γονείς στην Αθήνα. Πήρε το καράβι η Κοραλία και αφίχθη. Η χαρά όλων τους ήταν απερίγραπτη. Ο Γιακουμής, είχε εν τω μεταξύ αρραβωνιαστεί την Ανθή του. Η οικογένεια, είχε αρραβωνιάσει τις δύο αδελφές του στην Αθήνα, με πολύ καλές προοπτικές. Τα πράγματα πήγαιναν όλο και καλύτερα. Με τα χρήματα, που έστελνε απο την Αυστραλία, είχαν ανοίξει πάλι ένα μικρό μαγαζί. Δούλευαν όλοι για να τα καταφέρουν. Και η μητέρα που ποτέ δεν είχε δουλέψει, καθόταν στο ταμείο.
Ηταν όλοι χαρούμενοι.
Τα χρόνια περνούσαν. Γάμοι έγιναν, παιδιά γεννιόντουσαν, οι χαρές διαδέχονταν η μία την άλλη. Πόλεμοι γίνονταν τριγύρω, οι οικογένειες του Τάκη, του Γιακουμή, ολων των φίλων, κάποτε πέρναγαν δύσκολα.
Εφθασε η πρωτοχρονιά του 1955 και η άφιξη τους στην Αθήνα, ήταν θείο δώρο για τις οικογένειές τους. Οι γονείς δεν ζούσαν πιά, όμως οι συγγενείς και οι φίλοι, τους περίμεναν με ανοικτές αγκαλιές. Πέρασαν ένα μήνα ονειρεμένο, στην Αθήνα με τις οικογένειές τους. Ενας μηνας, μετά απο τόσα χρόνια στην πατρίδα, ήταν βάλσαμο στις ψυχές τους. Είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν και οι δύο φίλοι και αυτό το ταξίδι, ίσως να ήταν το πρώτο και το τελευταίο στην πατρίδα. Τακτοποίησαν τα κληρονομικά τους και γύρισαν πίσω.
Ο Γιακουμής έψαχνε απο χρόνια τα παλιά μαγαζιά να βρει ένα λεωφορείο. Ενα ίδιο με αυτό που είχε ξεκινήσει να δουλεύει όταν πρωτοήρθε στην Αυστραλία. Είχε όνειρο να το κάνει μαγαζί. Ενα κινούμενο μαγαζί που θα πούλαγε γλυκά και κρασί. Ενα κινητό ζαχαροπλαστείο. Στην μνήμη των γονιών και των θείων.
Το βρήκε εντελώς αναπάντεχα, και το όνειρό του είχε γίνει πραγματικότητα πιά. Δεν ήθελε τίποτα άλλο. Οι κόρες του και ο γιός του, να του φέρνουν τα εγγόνια και να τα απολαμβάνει. Τα χρόνια στην ξενιτιά, του χάρησαν, οικονομική ευμάρεια αφ' ενός, αλλά και οικογενειακή ευτυχία αφ' ετέρου.
Εσβησε ένα πρωί κοιτώντας απο την βεράντα, καθισμένος στην πολυθρόνα του, το Λεωφορείο να ξεκινά για την δουλειά και ήταν η ωραιότερη στιγμή της ζωής του.

Kαλή Κυριακή !