Σήμερα γιορτάζει όλ' η γή,
με πουλιά θα στείλω μιαν ευχή
στην καρδιά
χρονιά σουουου ουουου πολλά!
ασχετο.
Σε μια πόλη που γιορτάζει μα βρέχεται, ερχεται η άνοιξη. Τα συννεφα θ' αραιώσουν, τα πουλια θα πετάξουν ψηλά και θα γεμίσουν τον ουρανό, ο ήλιος θα φέρει χαμόγελα και ζέστη.
Τα παιδιά, θα βγούν στις πλατείες, η θάλασσα θα διώξει τα κύματά της, θα γαληνέψει. Ανθρωποι χαρούμενοι θα περπατάνε παντού.
Το δασάκι ανθίζει, το χορτάρι μεγαλώνει, τα δένδρα κάνουν σκιές. Οι ερωτευμένοι χέρι-χέρι, κοιτάζονται στα μάτια, προσπαθώντας να κλέψουν και να φυλακίσουν τη στιγμή.
Κι εσύ? εσύ, μετά απο τον βαρύ χειμώνα, γεμίζεις ελπίδες απο τον ήλιο και τον γαλανό ουρανό.
Γεμίζεις ελπίδες να δεις ό,τι αγαπάς, να περάσεις καλά, να φτιάξει η διάθεσή σου. να, να, να! Είναι πολλά. Μαζεμένα και μπερδεμένα. Αποζητάς την αγάπη, την ελπίδα και την χαρά.
Λαχταράς, την αγκαλιά που εχεις απο χρόνια χάσει. Να την συναντήσεις, να την αγγίξεις, να την ζήσεις.
Η ρουτίνα, εχει στρογγυλοκαθίσει στο πρωϊνό και οι φέτες του ψωμιού, κόντεψαν να μαυρίσουν, αφού εσύ, εριχνες απο το ανοικτό παράθυρο, ψιχουλάκια στα πουλιά. Ηρθαν και κάθισαν στην αυλή και τσιρίτριζαν.
Το τυρί, το βούτυρο, το γάλα και μια μαρμελάδα στο βάζο της, ήταν βολεμένα με τάξη στο τραπέζι.
Το τραπεζομάντηλο, κίτρινο με κόκκινα και πράσινα λουλουδάκια, παλιό στολίδι του σπιτιού, θαρρείς και ήταν πιο λαμπερό.
Κοίταξες το κάδρο, στο βάθος και αχνογέλασες. Η μητέρα σε κοίταγε κατάματα με το επίμονο ύφος της. Σου χάρισε την ζωή και έφυγε. Μένει εκεί ψηλά να τα βλέπει όλα και να προστατεύει. Οσο και όπου μπορεί.
Το τηλέφωνο, η παλιά συσκευή κουδούνισε επίμονα. Η χαρά, σου χτυπούσε την πόρτα. Μην της αρνηθείς την απάντηση.
Ανυπομονεί. κι εσύ το ίδιο.
με πουλιά θα στείλω μιαν ευχή
στην καρδιά
χρονιά σουουου ουουου πολλά!
ασχετο.
Σε μια πόλη που γιορτάζει μα βρέχεται, ερχεται η άνοιξη. Τα συννεφα θ' αραιώσουν, τα πουλια θα πετάξουν ψηλά και θα γεμίσουν τον ουρανό, ο ήλιος θα φέρει χαμόγελα και ζέστη.
Τα παιδιά, θα βγούν στις πλατείες, η θάλασσα θα διώξει τα κύματά της, θα γαληνέψει. Ανθρωποι χαρούμενοι θα περπατάνε παντού.
Το δασάκι ανθίζει, το χορτάρι μεγαλώνει, τα δένδρα κάνουν σκιές. Οι ερωτευμένοι χέρι-χέρι, κοιτάζονται στα μάτια, προσπαθώντας να κλέψουν και να φυλακίσουν τη στιγμή.
Κι εσύ? εσύ, μετά απο τον βαρύ χειμώνα, γεμίζεις ελπίδες απο τον ήλιο και τον γαλανό ουρανό.
Γεμίζεις ελπίδες να δεις ό,τι αγαπάς, να περάσεις καλά, να φτιάξει η διάθεσή σου. να, να, να! Είναι πολλά. Μαζεμένα και μπερδεμένα. Αποζητάς την αγάπη, την ελπίδα και την χαρά.
Λαχταράς, την αγκαλιά που εχεις απο χρόνια χάσει. Να την συναντήσεις, να την αγγίξεις, να την ζήσεις.
Η ρουτίνα, εχει στρογγυλοκαθίσει στο πρωϊνό και οι φέτες του ψωμιού, κόντεψαν να μαυρίσουν, αφού εσύ, εριχνες απο το ανοικτό παράθυρο, ψιχουλάκια στα πουλιά. Ηρθαν και κάθισαν στην αυλή και τσιρίτριζαν.
Το τυρί, το βούτυρο, το γάλα και μια μαρμελάδα στο βάζο της, ήταν βολεμένα με τάξη στο τραπέζι.
Το τραπεζομάντηλο, κίτρινο με κόκκινα και πράσινα λουλουδάκια, παλιό στολίδι του σπιτιού, θαρρείς και ήταν πιο λαμπερό.
Κοίταξες το κάδρο, στο βάθος και αχνογέλασες. Η μητέρα σε κοίταγε κατάματα με το επίμονο ύφος της. Σου χάρισε την ζωή και έφυγε. Μένει εκεί ψηλά να τα βλέπει όλα και να προστατεύει. Οσο και όπου μπορεί.
Το τηλέφωνο, η παλιά συσκευή κουδούνισε επίμονα. Η χαρά, σου χτυπούσε την πόρτα. Μην της αρνηθείς την απάντηση.
Ανυπομονεί. κι εσύ το ίδιο.